Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

H εκπλήρωση της ευχής


 

Είχε χρόνια να περπατήσει σε τούτο το δρόμο... Από δεκαπεντάχρονο αγόρι, που λίγο πιο κάτω δούλευε σ' ένα κατάστημα για να καλύψει τα έξοδα του Γυμνασίου. Λίγο μεγαλύτερος, που έρχονταν συχνά σε τούτο το δρόμο, που αυτή την ώρα δε θυμάται το λόγο και πολύ καλά.
Μηχανικά, λες από κάποια άγνωστη παρότρυνση, έστρεψε ο λευκασμένος πια ιερεύς το πρόσωπό του στα μικρά καταστήματα, το ένα κοντά στο άλλο, όπως ανέβαινε το μεγάλο δρόμο.
Έκοψε το βήμα του. Τα μάτια του στηλώθηκαν στο μικρό καλαίσθητο χρυσοχοείο. Δε διάβασε το όνομα του ιδιοκτήτη. Κάποια μικρή εφθαρμένη ταμπέλα βλέπει μπροστά στη θέση της καινούργιας, που έγραφε τότε κάποιο όνομα. Ναί, θυμάται τώρα. «Ανδρέας Τζ... - χρυσοχόος».


Πως ξυπνούν οι μνήμες! Νομίζει, πως βλέπει το μελαχροινό ιλαρό πρόσωπο, πάντα με το χαμόγελο και το γλυκό λόγο στα χείλη.
Το δεξί χέρι του φλογερού ιεροκήρυκα, που στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής στήριζε τούτη την πόλη με το λόγο, με τα συσσίτια, με την πολυποίκιλη δράση. Αυτός και οι πολύτιμοι συνεργάτες του, μια ψυχή όλοι, για προσφορά...
Και πλήθος άνδρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί, που συμπαράστεκαν, που έδιναν σάρκα και οστά στα οράματα τους. Ένας απ' αυτούς κι ο Τζ..., ο χρυσοχόος. Μέ εκτίμηση στην αγορά για την τιμιότητα και εργατικότητα του• το δεξί χέρι του π. Λ του π. Φ... και του Α. Φρ...

Δεκαεξάχρονο παλικαράκι, τότε, ο σεβάσμιος σήμερα ιερεύς, που ανεβαίνει τον ανηφορικό δρόμο της αγοράς, ύστερα από πολλά χρόνια, έφερνε πολλές φορές την εβδομάδα τα μηνύματα του πνευματικού του στον πρόθυμο εργάτη - συνεργάτη του... Κι έκλεινε το μαγαζί εκείνος ή το άφηνε στην καλόγνωμη γυναίκα του για να τρέξει πότε στις φυλακές του «Παύλου Μελά», πότε για δουλειές του Οικοτροφείου, των συσσιτίων, των άπορων, των κατατρεγμένων από τους Γερμανούς...
Και τις Κυριακές ο κυρ-Ανδρέας, ο χρυσοχόος απ' τα βαθιά χαράματα στο μικρό βυζαντινό ναό, απολάμβανε Θείες Λειτουργίες, άφθονο λόγο Θεού.
Θα ήθελε ο σεβάσμιος Ιερεύς να σταματήσει λίγο κάπου, να χαρεί το πλήθος των ωραίων αναμνήσεων απ' τα παλιά, που τούτη την ώρα διώχνουν κάποιες έγνοιες μεγάλες• μα δεν μπορεί.

Μια άλλη ιερή στιγμή θυμάται τώρα. Εκεί στο μικρό βιβλιοπωλείο... Αυτός δεκαοχτάχρονος με τη μεγάλη απόφαση, που πύρωνε νου και καρδιά, ο άγιος πνευματικός του και ο Ανδρέας, ο χρυσοχόος.
Στα δύσκολα εκείνα χρόνια, λίγο μετά την κατοχή...
— Κυρ-Ανδρέα, ακούστηκε ιεροπρεπή, συγκινημένη η φωνή του π. Λ. Ο Ιωάννης -βουλή Θεού και δική του- πρέπει να ταξιδέψει στην Αθήνα... για την εκεί Θεολογική Σχολή... αν είναι θέλημα Θεού, για κάτι μεγαλύτερο...
Γκρεμισμένες οι γέφυρες του τραίνου δεν το επιτρέπουν τούτο το μέσο• ο αυτοκινητόδρομος δύσκολος τούτον τον καιρό, με νάρκες ίσως ακόμη... Έμαθα, πως θα πας με το πλοίο στην Αθήνα. Σου τον εμπιστεύομαι κι αυτόν και τον Νικόλαο... σαν παιδιά σου... Οι ευχές των γονιών τους κι οι προσευχές μας θα σας συνοδεύουν...
Δεν τέλειωσε το λόγο ο συνετός ιεροκήρυκας. Τον συνέχισε, σαν ευχή, ο κυρ-Ανδρέας. — Σάς ευχαριστώ, πάτερ, για την τιμή... και ποιος ξέρει... ίσως του αμαρτωλού Ανδρέα το όνομα να το μνημονεύουν κάποτε -αν ο Θεός δώσει τέτοια ευλογία- στα δίπτυχα τους... «Στα δίπτυχα!»...
Δεν το ξέχασε το όνομα του ευεργέτη του, του κυρ-Ανδρέα, που όπως έμαθε αργότερα, κάποια δική του προσφορά κάλυψε τα πρώτα έξοδα του στην Αθήνα...
Δε λησμόνησε ποτέ το ταξίδι, αρχή του νεανικού του ονείρου να γίνει Θεολόγος- ιερεύς, σαν τον πνευματικό του...
Πρωτόγραψε το όνομα του στα δίπτυχα... και δεν σταμάτησε να το μνημονεύει. Στο πέρασμα όμως των χρόνων κάπως πιο τυπικά, από καθήκον...
Ποιο χέρι τον έφερε σήμερα στο δρόμο το γνωστό των παιδικών και εφηβικών του χρόνων! Ποιος τον έφερε έξω απ' το μαγαζί το παλιό του κυρ-Ανδρέα και του θύμισε τη συγκινητική παράκληση του;
«Ίσως το όνομα του αμαρτωλού Ανδρέα να το μνημονεύουν στα δίπτυχα τους...».
Ο πιστός λειτουργός, στην πρώτη Θεία Λειτουργία, μετά την επίσκεψή του στη βορεινή πατρίδα του, μπροστά στην αγία Τράπεζα μνημονεύει ακόμη πολλά προσφιλή πρόσωπα... στον ουρανό τώρα...
«... Λεωνίδου, Αρχιερέως... Φωτίου ιερομόναχου...».
Κάποια στιγμή συνεχίζει με συγκίνηση: «...Αθανασίου, Χαριλάου, Βασιλείου, Άλκφιάδου, Εμμανουήλ, Γεωργίου, Ανδρέου...».
Του θυμίζουν τους κόπους τους, την αγάπη τους... την προσφορά τους στην πατρίδα τα δύσκολα εκείνα χρόνια της μαύρης κατοχής... όσα του πρόσφεραν κάποιες μεγάλες στιγμές της ζωής του...

Ζέφυρος Πρωινός
Περιοδικό «Προς την Νίκην», Νοέμβριος 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου