Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

“Αββά, να παντρευτώ ή να καλογερέψω;”

῾Καθίστε, παιδιά μου᾽, εἶπε ἥσυχα ὁ γέροντας ᾽Ισαάκ, κι ἔδειξε μέ τό χέρι του στούς δυό νέους τά πρόχειρα καθίσματα πού βρίσκονταν ἔξω ἀπό τό φτωχικό κελλί του. ῾Καθίστε νά ξαποστάσετε λίγο ἀπό τόν κόπο πού κάνατε νά ᾽ρθεῖτε μέχρι ἐδῶ᾽.

῾Ο γέροντας ἔσπευσε νά τούς φέρει δυό ποτήρια μέ καθαρό νερό καί τούς τράταρε λίγα ἀποξηραμένα σύκα πού τοῦ εἶχαν φέρει ἄλλοι προσκυνητές. Τράβηξε κι αὐτός ἕνα κάθισμα καί κάθισε κοντά τους.

Οἱ νέοι συνεσταλμένα πῆραν τό κέρασμα καί ἤπιαν μονορούφι τό νερό. ῾Εὐχαριστοῦμε, γέροντα. Τήν εὐχή σου νά ἔχουμε᾽.

῾Ποιός καλός ἄνεμος σᾶς ἔφερε λοιπόν ἀπό ᾽δῶ;᾽ ρώτησε ὁ ἀββᾶς. ῾Πρέπει νά τό λέει ἡ καρδιά κάποιου γιά νά ἀποφασίσει νά ἀνέβει τό βουνό᾽.

῾Γέροντα, ἤρθαμε γιά σένα᾽ πῆρε τόν λόγο ὁ ἕνας πού φαινόταν καί λίγο μεγαλύτερος στήν ἡλικία. ῾Μᾶς ἀπασχολεῖ τό μέλλον μας. ῎Εχουμε λογισμούς γιά τόν δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσουμε. Μᾶς θέλγει ἡ οἰκογενειακή ζωή, ἀλλά καί μᾶς συγκινεῖ ἡ ζωή τῆς ἀφιέρωσης. Μᾶς εἶπαν γιά σένα, ὅτι ἐσύ μπορεῖς νά μᾶς βοηθήσεις, νά μᾶς ξεδιαλύνεις τούς λογισμούς᾽.

῾Πνευματικό, παιδιά μου, δέν ἔχετε;᾽ εἶπε μέ ἁπλότητα ὁ ἀββᾶς καί χάϊδεψε τήν μακριά ἄσπρη γενειάδα του. Σταμάτησε λίγο καί τά βαθουλωμένα ἀπό τήν ἄσκηση μάτια του σάν νά θυμήθηκαν κάτι ἀπό τά παλιά. Συνέχισε. ῾᾽Εκεῖνος στόν ὁποῖο ἐξομολογεῖσθε τίς ἁμαρτίες σας καί πού σᾶς ξέρει καλά στήν ἐσωτερική σας ζωή, ἐκεῖνος εἶναι ὁ πιό κατάλληλος νά σᾶς συμβουλεύσει γιά κάτι τέτοιο. ῎Αν καί γιά μιά τέτοια ἀπόφαση…᾽, ἦταν σάν νά μονολογεῖ ἐδῶ ὁ Γέροντας, ῾…τόν πρῶτο λόγο τόν ἔχει ὄχι ὁ πνευματικός, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος᾽.

῾᾽Αββᾶ, ἀπευθυνθήκαμε σ᾽ αὐτόν, μᾶς ἄκουσε, μᾶς συμβούλευσε, ἀλλά ἐκεῖνος μᾶς ἔστειλε σέ σένα. ῞Ο,τι σᾶς πεῖ ὁ γέροντας ᾽Ισαάκ, μᾶς τόνισε. ᾽Εκεῖνος εἶναι ὁ χαρισματοῦχος ἀπό τόν Θεό. ῞Ο,τι σᾶς πεῖ᾽.

Δέν μίλησε ὁ γέροντας. Στό ἄκουσμα μάλιστα τοῦ χαρακτηρισμοῦ του ἔσκυψε στό στῆθος του κι ἀναστέναξε βαθιά. ῾῞Ο,τι λάμπει δέν εἶναι χρυσός᾽, σχολίασε σιγανά κι ἕνα δάκρυ κύλησε ἀπό τά χαμηλωμένα μάτια του. Σήκωσε τό κεφάλι του.

῾Παιδιά μου᾽, εἶπε ἀργά. ῾Γιά νά καταλάβετε τόν δρόμο σας, γιά νά εἶναι ἀπό τόν Θεό αὐτό πού θέλετε νά ἀκολουθήσετε στήν ζωή σας, πρέπει πρῶτα ἀπό ὅλα νά τό θέλετε πολύ. Γιατί αὐτό πού ἐσεῖς θέλετε αὐτό τελικά θέλει κι ὁ Θεός. ῾Ο Θεός δέν ἐκβιάζει κανέναν νά πάρει δρόμο πού δέν θέλει καί δέν τοῦ ταιριάζει. Γι᾽ αὐτό κοιτάξτε μέσα σας, στό βάθος τῆς καρδιᾶς σας, κι αὐτό πού θά σᾶς πεῖ ἐκείνη, κάντε το’.



᾽Ακολούθησε μιά μικρή σιωπή. ῾Ο Γέροντας φάνηκε νά ψιθυρίζει κάτι πού οἱ νέοι ἦταν βέβαιοι πώς ἦταν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου. Δέν ἔμειναν ὅμως ἱκανοποιημένοι πλήρως ἀπό τήν ἀπάντηση.
῾Γέροντα᾽, πῆρε θάρρος τώρα περισσότερο ὁ νεώτερος. ῾Δέν ἁγιάζει κανείς εὔκολα ὅταν γίνει μοναχός; ῾Ο κοσμικός ἄνθρωπος καί μάλιστα ὁ οἰκογενειάρχης εἶναι σάν ἁλυσοδεμένος. Θά πρέπει νά κάνει πολλές ἀβαρίες στήν συνείδησή του γιά χάρη τῆς οἰκογένειάς του. Θά ἀναγκαστεῖ νά πεῖ τά κατά συνθήκην πού λένε ψέμματα. Θά ξεχάσει ἐπανειλημμένως τόν Θεό᾽. ῾Η φωνή του ἀπέκτησε τώρα δραματικό τόνο, δείχνοντας ὅτι πράγματι ἀντιμετώπιζε μέ ἀγωνία τό μέλλον του. ῾᾽Αββᾶ, μᾶς ἀπασχολεῖ σοβαρά τό θέμα τῆς σωτηρίας μας. Δέν θέλουμε νά παίζουμε μέ τά πράγματα τοῦ Θεοῦ!᾽

῾Ο ᾽Ισαάκ κοίταξε μέ μεγάλη συμπάθεια τούς δυό νέους. Χάρηκε γιατί εἶδε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἐνεργεῖ στίς καρδιές τους καί νά τούς ὠθεῖ σέ ἕναν τόσο σοβαρό προβληματισμό. ῎Επρεπε λοιπόν νά τούς βοηθήσει νά καταλάβουν πιό οὐσιαστικά τά πράγματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
῾Παιδιά μου᾽, πῆρε καί πάλι τόν λόγο, ἀφοῦ ξεκκούκισε λίγο τό κομποσχοίνι του, ῾ἡ ἐπιλογή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι ἀσφαλῶς σημαντικό πράγμα καί πρέπει μέ σοβαρότητα νά τήν ἀντιμετωπίσει κανείς. Δέν εἶναι ὅμως τό ἅπαντο. Γιατί ἀκριβῶς εἴτε ἐπιλέξει κανείς νά κάνει οἰκογένεια εἴτε ἐπιλέξει τήν ἀφιερωμένη ζωή τοῦ καλόγερου κάνει ἐπιλογή ἑνός δρόμου. Τό ζητούμενο λοιπόν δέν εἶναι ὁ δρόμος, ἀλλά ὁ Χριστός. ᾽Εκεῖνος εἶναι καί ὁ δρόμος καί τό τέρμα τοῦ δρόμου. ῾Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός᾽ πού λέει καί ὁ μεγάλος ἀπόστολος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν ἔχουμε ᾽Εκεῖνον ἐνώπιόν μας πάντοτε, δηλαδή ἄν ἡ καθημερινή προτεραιότητά μας εἶναι πῶς νά σταθοῦμε στίς ἅγιες ἐντολές Του ὥστε μέ ἀγάπη πρός Αὐτόν νά Τόν κοινωνοῦμε στά ἅγια μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δέν ἔχει καί τόση σημασία τό εἶδος τοῦ δρόμου πού ἀκολουθοῦμε. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νά γίνει καλόγερος, μπορεῖ νά κάνει οἰκογένεια, μπορεῖ κι ἁπλῶς νά μένει, πού λέει ὁ λόγος, στό σπίτι του: ἄν κρατάει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θά σωθεῖ.

Μία μικρή γάτα νιαούρισε ἐκείνη τήν ὥρα καί διέκοψε τόν εἱρμό τῆς σκέψης τοῦ Γέροντα. Χωρίς καθόλου φόβο τόν πλησίασε καί πήδηξε στήν ἀγκαλιά του. Χουχούλιασε σ᾽ αὐτήν. ῾Ο Γέροντας χαμογέλασε καί χάϊδεψε τό πλάσμα τοῦ Θεοῦ. ῾῾Η μικρή μου ψιψίνα᾽, ἀπευθύνθηκε στούς δυό νέους πού κι ἐκεῖνοι ἔβλεπαν μέ ἀγαλλίαση τήν ὅλη σκηνή. ῾Πήγαινε καί θά σέ φωνάξω ἀργότερα᾽, τῆς εἶπε μέ τρυφερότητα. ῾Μή μᾶς διακόπτεις᾽.

῞Ενα ξαφνικό φύσημα τοῦ ἀέρα στριφογύρισε κάποια φύλλα ἀπό ἕναν εὐκάλυπτο πού παράπεσαν κοντά τους καί πάνω τους.

῾῾Ο Χριστός λοιπόν, παιδιά μου᾽, συνέχισε ὁ ἀββᾶς καταπίνοντας τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σάν τό ἀκριβότερο καί πιό εὐωδιαστό πιοτό, ῾εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀποτελεῖ τόν σκοπό μας καί Αὐτόν πρέπει νά κρατᾶμε ὅ,τι κι ἄν ἐπιλέξουμε στήν ζωή μας. Κι ἄν ἀρχίζουμε νά Τόν ἀγαπᾶμε ῾ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος᾽, ὅπως ζητάει κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπαρχῆς, τότε θά μπορέσουμε νά ἀγαπήσουμε καί τόν συνάνθρωπό μας σάν τόν ἑαυτό μας. Γιατί βεβαίως κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν συνάνθρωπό του σωστά, πού σημαίνει ἀνιδιοτελῶς, χωρίς συμφέρον, ἄν πρῶτα δέν ἔχει ἀγαπήσει τόν Θεό.

Στράφηκε στόν νεώτερο πού ρώτησε. ῾Πράγματι, ἔχεις δίκιο, ἀδελφέ μου, νά θεωρεῖς ὅτι ἡ μοναχική ἀφιέρωση εἶναι πιό εὔκολη γιά ἁγιασμό. ῎Ετσι τουλάχιστον φαίνεται καί ἔτσι τό θεωροῦν πολλοί ἀπό τούς ἁγιασμένους Πατέρες μας. ῾Η εἰκόνα μάλιστα πού χρησιμοποίησες ὅτι ὁ κοσμικός ἄνθρωπος εἶναι σάν τόν δεμένο χειροπόδαρα εἶναι εἰκόνα τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ δασκάλου ὁσίου ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος. Εἶναι ὅμως κι ἄλλοι πού πιστεύουν ὅτι ἡ οἰκογενειακή ζωή φέρνει τόν ἄνθρωπο πιό εὔκολα στόν ἁγιασμό του, γιατί λόγω τῶν σχέσεων μέ τόν σύζυγο ἤ τήν σύζυγο, μέ τά παιδιά, μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ ἐπαγγέλματος, τόν τρίβει διαρκῶς καί τόν κάνει στρογγυλό ἀπό τά ἐξογκώματα τοῦ χαρακτήρα του. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι δέν πρέπει κανείς νά ἀπολυτοποιήσει τήν ἐπιλογή τοῦ δρόμου. ᾽Ακόμη καί λάθος ἐπιλογή νά κάνει κανείς, ἐνῶ δηλαδή εἶναι φτιαγμένος γιά οἰκογένεια νά γίνει καλόγερος, ἤ ἐνῶ τοῦ ταιριάζει πιό πολύ ἡ μοναχική ἀφιέρωση ἐκεῖνος νά κάνει οἰκογένεια, δέν σημαίνει ὅτι θά χάσει, ἄν πράγματι τό ἐπιθυμεῖ, τόν στόχο του. Πῶς νά σᾶς τό πῶ; ῾Ο προκομμένος ἄνθρωπος, αὐτός πού μέ φιλότιμο ἀγωνίζεται, ὅπου καί νά βρεθεῖ θά προκόψει᾽.

῾Γέροντα, μᾶς ἀναπαύει ὁ λόγος σας᾽, εἶπε ὁ μεγαλύτερος. ῾Καταλαβαίνουμε γιατί καί ὁ πνευματικός μας μᾶς ἔστειλε σέ σᾶς. Κι ἐκεῖνος κάπως ἔτσι μᾶς ἔθεσε τό θέμα, ἀλλά ἀλλιῶς νά τό ἀκοῦμε κι ἀπό ἕναν ἄνθρωπο ἀφιερωμένο τόσο πολύ στόν Θεό, ὅπως ἐσεῖς. ᾽Επιτρέψτε μου ὅμως νά ρωτήσω κάτι πού μοῦ τριβελίζει τό μυαλό ἀπό καιρό, ἀλλά καί τώρα πού μιλᾶμε. ῞Ενας ἄνθρωπος πού γίνεται καλόγερος, πού ἔστω καί ἐξωτερικά φαίνεται ὅτι ὅλη τήν ζωή του τήν παραθέτει στόν Κύριο, δέν εἶναι ἀπαλλαγμένος περισσότερο λόγω τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς του ἀπό τούς σαρκικούς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι στόν κόσμο σίγουρα εἶναι πιό πολλοί καί πιό ἔντονοι καί μάλιστα στήν σημερινή ἐποχή;᾽

Χαμογέλασε πικρόχολα ὁ Γέροντας. Δέν βιάστηκε κι ἐδῶ νά ἀπαντήσει.
῾῎Ετσι φαίνεται κι ἴσως σέ κάποιο βαθμό ἔτσι καί νά ᾽ναι᾽, εἶπε στήν συνέχεια. ῾᾽Αλλά, ἀδελφοί μου, θυμηθεῖτε αὐτό πού εἶπε ἕνας ἐπίσης μεγάλος Γέροντας τῆς ἐποχῆς μας: ῾τό θέμα σάρξ τελειώνει μέ τό θέμα πλάξ᾽. Δηλαδή, ὅσο βρίσκεται κανείς στόν κόσμο τοῦτο, εἴτε εἶναι κοσμικός εἴτε καλόγερος δέν μπορεῖ νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στήν σάρκα του. Παλεύεις, ἀγωνίζεσαι, φαίνεται ὅτι ὑποτάσσεις τήν σάρκα σου καί δέν σέ ἀπασχολεῖ πιά, καί ξάφνου ἀπό τό πουθενά ἐξεγείρεται. Γιατί; Διότι δέν εἶναι θέμα μόνο τοῦ ἀνθρώπου ὁ πνευματικός ἀγώνας, ἀλλά καί τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Καί γιά νά ἐνεργήσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ὑπάρξει τό κατάλληλο ἔδαφος, δηλαδή ἡ ταπείνωση. Θέλω νά πῶ ὅτι μπορεῖ μετά ἀπό μεγάλο πράγματι ἀγώνα κατά τῆς σάρκας νά νιώσει κάποια ὑπερηφάνεια ὁ ἄνθρωπος, νά πιστέψει ὅτι κατόρθωσε κάτι, κι ἐκεῖ λοιπόν λόγω τοῦ φουσκώματος αὐτοῦ τῆς καρδιᾶς του νά τόν ἐγκαταλείψει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι ἄν σ᾽ ἐγκαταλείψει ἡ χάρη τότε καταλαβαίνουμε ποιός κυρίως ἀναλαμβάνει δράση! ῾Ο πονηρός διάβολος πού τοῦ παραχωρεῖται νά ξεσηκώσει κουρνιαχτό πειρασμῶν, φέρνοντας στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὅλου τοῦ κόσμου τίς ἀσχήμιες. Δυστυχῶς, ῾οὐκ ἀγνοοῦμεν αὐτοῦ τά νοήματα᾽ κατά τόν ἀπόστολο. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις πού ἅγιοι κατά πάντα καλόγεροι ξέπεσαν, γιατί κάποια στιγμή δέν πρόσεξαν. Μπορεῖ λοιπόν πράγματι νά φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπαλλαγμένος ὁ καλόγερος ἀπό σαρκικούς πειρασμούς, τουλάχιστον τούς ἐξωτερικούς, ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. ᾽Εκεῖνο πού σώζει πάντοτε εἶναι ἡ ταπείνωση, ὅταν συνοδεύεται ἀπό τήν ἀδιάκοπη νήψη. Νά βάλει κανείς φρουρό στόν νοῦ καί στήν καρδιά του τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά νιώθει ὅτι εἶναι ῾ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως᾽. Τότε ναί, τόν φυλάσσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ᾽.

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

ΠΗΓΗ: www.orthmad.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου