Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Παλαιά Διαθήκη



ΕΞΟΔΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ 31-39

ΚΕΦΑΛΑΙΑ 31-33, ( 28-09-2013 )

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31ο

Η κλήση του Βεσαλεήλ και του Ολιάβ, στ. 1-11

Εξ. 31,1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Εξ. 31,1 Ωμίλησεν ακόμη ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπεν·

Εξ. 31,2 ἰδοὺ ἀνακέκλημαι ἐξ ὀνόματος τὸν Βεσελεὴλ τὸν τοῦ Οὐρείου τὸν Ὤρ, ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα,
Εξ. 31,2 “ιδού ονομαστικώς έχω προσκαλέσει τον Βεσελεήλ, υιόν του Ουρείου, υιού του Ωρ από την φυλήν Ιούδα.

Εξ. 31,3 καὶ ἐνέπλησα αὐτὸν πνεῦμα θεῖον σοφίας καὶ συνέσεως καὶ ἐπιστήμης ἐν παντὶ ἔργῳ διανοεῖσθαι
Εξ. 31,3 Αυτόν ενέπλησα με θείον Πνεύμα σοφίας και συνέσεως και επιστήμης, ώστε να σκέπτεται ορθώς δια κάθε ιερόν έργον που θα αναλάβη.

Εξ. 31,4 καὶ ἀρχιτεκτονῆσαι, ἐργάζεσθαι τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὸν χαλκὸν καὶ τὴν ὑάκινθον καὶ τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον τὸ νηστὸν
Εξ. 31,4 Του έχω δώσει θείον Πνεύμα, ώστε να είναι ικανός αρχιτέκτων και να κατεργάζεται τον χρυσόν, τον άργυρον, τον χαλκόν, τα διάφορα είδη χρωμάτων, το κυανούν, το βαθέως ερυθρόν, το κόκκινον και το γνεσμένον ύφασμα·

Εξ. 31,5 καὶ τὰ λιθουργικὰ καὶ εἰς τὰ ἔργα τὰ τεκτονικὰ τῶν ξύλων, ἐργάζεσθαι κατὰ πάντα τὰ ἔργα.
Εξ. 31,5 να είναι ικανός εις την λιθουρνικήν, την ξυλουργικήν και να εκτελή με επιτυχίαν όλα τα έργα.


Εξ. 31,6 καὶ ἐγὼ ἔδωκα αὐτὸν καὶ τὸν Ἐλιὰβ τὸν τοῦ Ἀχισαμὰχ ἐκ φυλῆς Δὰν καὶ παντὶ συνετῷ καρδίᾳ δέδωκα σύνεσιν, καὶ ποιήσουσι πάντα ὅσα συνέταξά σοι,
Εξ. 31,6 Εγώ έδωκα εις αυτόν ως βοηθόν του τον Ελιάβ, υιόν του Αχισαμάχ από την φυλήν του Δαν, και εις πολλούς άλλους βοηθούς του συνετούς κατά την διάνοιαν έδωσα φωτισμόν και ικανότητα, δια να κάμουν όσα σε έχω διατάξει.

Εξ. 31,7 τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης καὶ τὸ ἱλαστήριον τὸ ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ τὴν διασκευὴν τῆς σκηνῆς
Εξ. 31,7 Αυτοί θα κατασκευάσουν την Σκηνήν του Μαρτυρίου, την Κιβωτόν της Διαθήκης και το ιλαστήριον το επάνω αυτής και όσα άλλα χρειάζονται εις απαρτισμόν και εξυπηρέτησιν της Σκηνής, στύλους, καλυμιματα, καταπετάσματα·

Εξ. 31,8 καὶ τὰ θυσιαστήρια καὶ τὴν τράπεζαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὴν λυχνίαν τὴν καθαρὰν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς
Εξ. 31,8 τα δύο θυσιαστήρια (των ολοκαυτωμάτων και του θυμιάματος), την τράπεζαν και όλα τα σκεύη αυτής, την καθαράν εκ χρυσού επτάφωτον λυχνίαν και όλα τα εξαρτήματά της,

Εξ. 31,9 καὶ τὸν λουτῆρα καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ
Εξ. 31,9 τον χάλκινον λουτήρα και την βάσιν του,

Εξ. 31,10 καὶ τὰς στολάς τὰς λειτουργικὰς Ἀαρὼν καὶ τὰς στολὰς τῶν υἱῶν αὐτοῦ ἱερατεύειν μοι
Εξ. 31,10 τας ιερατικάς στολάς του Ααρών και των υιών του, δια να τας φορούν όταν θα λειτουργούν εις εμέ·

Εξ. 31,11 καὶ τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως καὶ τὸ θυμίαμα τῆς συνθέσεως τοῦ ἁγίου· κατὰ πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐνετειλάμην σοι, ποιήσουσι.
Εξ. 31,11 το δια την χρίσιν έλαιον, το εκ πολλών αρωματικών ειδών σύνθετον θυμίαμα προς αγίαν χρήσιν και γενικώς αυτοί θα κάμουν όλα όσα εγώ σε διέταξα”.

Το Σάββατο ως σημείο, στ. 12-18

Εξ. 31,12 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Εξ. 31,12 Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπε·

Εξ. 31,13 καὶ σὺ σύνταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ὁρᾶτε, καὶ τὰ σάββατά μου φυλάξεσθε· σημεῖόν ἐστι παρ᾿ ἐμοὶ καὶ ἐν ἐμοὶ εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς.
Εξ. 31,13 “συ να διατάξης τους Ισραηλίτας και να τους είπης· Προσέχετε ! Φυλάξατε την ιερότητα και την αργίαν του Σαββάτου. Αυτή η τήρησις της αργίας του Σαββάτου θα είναι σημείον ιδικόν μου προς σας, τεθέν από εμέ δι' όλας τας γενεάς σας, δια να μάθετε και κατανοήσετε ότι εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος σας αγιάζω.

Εξ. 31,14 καὶ φυλάξεσθε τὰ σάββατα, ὅτι ἅγιον τοῦτό ἐστι Κυρίῳ ὑμῖν· ὁ βεβηλῶν αὐτὸ θανάτῳ θανατωθήσεται· πᾶς ὃς ποιήσει ἐν αὐτῷ ἔργον, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
Εξ. 31,14 Θα τηρήσετε την αργίαν και ιερότητα του Σαββάτου, διότι αυτό πρέπει να είναι από σας αφιερωμένον στον Κυριον. Εκείνος, που θα το βεβηλώση, θα θανατωθή. Εκείνος ο οποίος θα εργασθή κατά την ημέραν αυτήν, θα εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού του.

Εξ. 31,15 ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα, ἀνάπαυσις ἁγία τῷ Κυρίῳ· πᾶς ὃς ποιήσει ἔργον τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, θανατωθήσεται.
Εξ. 31,15 Εξ ημέρας θα εργάζεσαι, κατά δε την εβδόμην ημέραν θα είναι Σαββατον, δηλαδή ημέρα αναπαύσεως, ημέρα αφιερωμένη στον Κυριον. Εκείνος ο οποίος θα εργασθή κατά την εβδόμην ημέραν, θα τιμωρηθή δια θανάτου.

Εξ. 31,16 καὶ φυλάξουσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὰ σάββατα ποιεῖν αὐτὰ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· διαθήκη αἰώνιος.
Εξ. 31,16 Οι Ισραηλίται πρέπει να φυλάξουν την αργίαν του Σαββάτου, όσα εγώ έχω νομοθετήσει δι' αυτό, εις όλας τας γενεάς των. Αυτή είναι αιωνία και ακατάλυτος διαθήκη μου

Εξ. 31,17 ἐν ἐμοὶ καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ σημεῖόν ἐστιν ἐν ἐμοὶ αἰώνιον· ὅτι ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐπαύσατο καὶ κατέπαυσε.
Εξ. 31,17 Μεταξύ εμού και των Ισραηλιτών θα είναι σημείον η αργία και ο αγιασμός του Σαββάτου, διότι εις εξ ημέρας ο Κυριος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην, κατά δε την εβδόμην ημέραν έπαυσε την δημιουργίαν και ανεπαύθη”.

Εξ. 31,18 Καὶ ἔδωκε Μωυσῇ, ἡνίκα κατέπαυσε λαλῶν αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει τῷ Σινά, τὰς δύο πλάκας τοῦ μαρτυρίου, πλάκας λιθίνας γεγραμμένας τῷ δακτύλῳ τοῦ Θεοῦ.
Εξ. 31,18 Οταν έπαυσε να ομιλή προς τον Μωϋσήν ο Κυριος επάνω στο όρος Σινά, του έδωκε τας δύο πλάκας του μαρτυρίου, πλάκας λιθίνας, αι οποίαι είχαν γραφή θαυματουργικώς με το χέρι του Θεού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32ο

Ο χειροποίητος θεός, στ. 1-8

Εξ. 32,1 Καὶ ἰδὼν  λαὸς ὅτι κεχρόνικε Μωυσῆς καταβῆναι ἐκ τοῦ ὄρους, συνέστη  λαὸς ἐπὶ Ἀαρὼν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἀνάστηθι καὶ ποίησον ἡμῖν θεούς, οἳ προπορεύσονται ἡμῶν·  γὰρ Μωυσῆς οὗτος  ἄνθρωπος, ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ.
Εξ. 32,1 Ο ισραηλιτικός λαός ιδών ότι ο Μωϋσής εβράδυνε να κατεβή από το όρος Σινά, συνηθροίσθη αναστατωμένος γύρω από τον Ααρών και έλεγον προς αυτόν· “σήκω και κατασκεύασέ μας θεούς, οι οποίοι θα προπορεύονται και θα μας οδηγούν. Διότι δεν γνωρίζομεν τι έχει συμβή στον άνθρωπον αυτόν, τον Μωϋσέα, ο οποίος μας έβγαλε από την χώραν της Αιγύπτου”.

Εξ. 32,2 καὶ λέγει αὐτοῖς Ἀαρών· περιέλεσθε τὰ ἐνώτια τὰ χρυσὰ τὰ ἐκ τοῖς ὠσὶ τῶν γυναικῶν ὑμῶν καὶ θυγατέρων καὶ ἐνέγκατε πρός με.
Εξ. 32,2 Ο Ααρών απήντησεν εις αυτούς· “αφαιρέσατε από τα αυτιά των συζύγων σας και τον θυγατέρων σας τα χρυσά σκουλαρίκια και φέρετέ τα εις εμέ”.

Εξ. 32,3 καὶ περιείλαντο πᾶς ὁ λαὸς τὰ ἐνώτια τὰ χρυσᾶ τὰ ἐν τοῖς ὠσὶν αὐτῶν καὶ ἤνεγκαν πρὸς Ἀαρών.
Εξ. 32,3 Ολος ο λαός αφήρεσε προθύμως τα χρυσά σκουλαρίκια από τα αυτιά των γυναικών και τα έφεραν προς τον Ααρών.

Εξ. 32,4 καὶ ἐδέξατο ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἔπλασεν αὐτὰ ἐν τῇ γραφίδι καὶ ἐποίησεν αὐτὰ μόσχον χωνευτὸν καὶ εἶπεν· οὗτοι οἱ θεοί σου, Ἰσραήλ, οἵτινες ἀνεβίβασάν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου.
Εξ. 32,4 Εκείνος τα επήρε από τα χέρια των, τα επεξειργάσθη και τα εκαθάρισε με την σμίλην, τα έρριψε στο χυτήριον και έκαμε μόσχον χυτόν. Και είπεν στον λαόν· “Ισραηλίται, αυτοί είναι οι θεοί σου, οι οποίοι σε επήραν από την γην της Αιγύπτου και σε ανεβίβασαν εδώ”.

Εξ. 32,5 καὶ ἰδὼν Ἀαρὼν ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον κατέναντι αὐτοῦ, καὶ ἐκήρυξεν Ἀαρὼν λέγων· ἑορτὴν τοῦ Κυρίου αὔριον.
Εξ. 32,5 Ιδών δε δ Ααρών ότι αυτό ηυχαρίστησε τους Ισραηλίτας έκτισε θυσιαστήριον απέναντι του χρυσού μόσχου και δια κήρυκος εφώναξε προς τον λαόν· “αύριον είναι εορτή προς τιμήν του Κυρίου” !

Εξ. 32,6 καὶ ὀρθρίσας τῇ ἐπαύριον ἀνεβίβασεν ὁλοκαυτώματα καὶ προσήνεγκε θυσίαν σωτηρίου, καὶ ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν.
Εξ. 32,6 Εγερθείς δε λίαν πρωί την επομένην ημέραν ανεβίβασεν στο θυσιαστήριον ολοκαυτώματα και προσέφερεν ευχαριστήριον θυσίαν δια την σωτηρίαν του λαού από την δουλείαν των Αιγυπτίων. Ο λαός μετά την προσφοράν των θυσιών εκάθισεν, έφαγε και έπιε και μετά το φαγοπότι εσηκώθησαν δια να παίξουν και να χορεύσουν.

Εξ. 32,7 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· βάδιζε τὸ τάχος, κατάβηθι ἐντεῦθεν· ἠνόμησε γὰρ ὁ λαός σου, ὃν ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου·
Εξ. 32,7 Ελάλησε τότε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και του είπε· “κατέβα από εδώ και πήγαινε ταχέως κάτω, διότι ο λαός σου, τον οποίον έβγαλες συ από την Αίγυπτον, κατεπάτησε τον νόμον και ημάρτησε.

Εξ. 32,8 παρέβησαν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς· ἐποίησαν ἑαυτοῖς μόσχον καὶ προσκεκυνήκασιν αὐτῷ καὶ τεθύκασιν αὐτῷ καὶ εἶπαν· οὗτοι οἱ θεοί σου, Ἰσραήλ, οἵτινες ἀνεβίβασάν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου.
Εξ. 32,8 Πολύ σύντομα έφυγαν από τον δρόμον, τον οποίον εγώ διέταξα εις αυτούς. Κατεσκεύασαν δια τον εαυτόν των μόσχον, προσεκύνησαν αυτόν, του προσέφεραν θυσίας και είπαν· Ισραηλίται, αυτοί είναι οι θεοί σου, οι οποίοι σε ανεβίβασαν εδώ από την γην της Αιγύπτου.

Ο Μωυσής υπερασπίζεται το λαό, στ. 9-14

Εξ. 32,9 καὶ νῦν ἔασόν με καὶ θυμωθεὶς ὀργῇ εἰς αὐτούς ἐκτρίψω αὐτοὺς
Εξ. 32,9 Και τώρα άφησέ με να καταστρέψω αυτούς επάνω εις την δικαίαν μου οργήν,

Εξ. 32,10 καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα.
Εξ. 32,10 και να κάμω σε και τους απογόνους σου έθνος μέγα”.

Εξ. 32,11 καὶ ἐδεήθη Μωυσῆς ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπεν· ἱνατί, Κύριε, θυμοῖ ὀργῇ εἰς τὸν λαόν σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐν ἰσχύϊ μεγάλῃ καὶ ἐν τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ;
Εξ. 32,11 Ο Μωυσής παρεκάλεσε θερμώς τον Κυριον και Θεόν και του είπε· “διατί, Κυριε, θυμώνεις και οργίζεσαι εναντίον του λαού σου, τον οποίον συ ηλευθέρωσες και έβγαλες από την χώραν της Αιγύπτου με ακατανίκητον δύναμιν και με την παντοδύναμον δεξιάν σου;

Εξ. 32,12 μή ποτε εἴπωσιν οἱ Αἰγύπτιοι λέγοντες· μετὰ πονηρίας ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἀποκτεῖναι ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ἐξαναλῶσαι αὐτοὺς ἀπὸ τῆς γῆς. παῦσαι τῆς ὀργῆς τοῦ θυμοῦ σου καὶ ἵλεως γενοῦ ἐπὶ τῇ κακίᾳ τοῦ λαοῦ σου,
Εξ. 32,12 Δεν πρέπει να τους εξολοθρεύσης, δια να μη είπουν οι Αιγύπτιοι ότι με πονηρίαν τους έβγαλες από την χώραν των, δια να τους θανατώσης εις τα όρη και να τους ξεπαστρέψης από την γην. Παύσε την οργήν και τον θυμόν σου, γίνε ίλεως εις την κακίαν αυτήν του λαού σου.

Εξ. 32,13 μνησθεὶς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν σῶν οἰκετῶν, οἷς ὤμοσας κατὰ σεαυτοῦ καὶ ἐλάλησας πρὸς αὐτοὺς λέγων· πολυπληθυνῶ τὸ σπέρμα ὑμῶν ὡσεὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει, καὶ πᾶσαν τὴν γῆν ταύτην, ἣν εἶπας δοῦναι τῷ σπέρματι αὐτῶν, καὶ καθέξουσιν αὐτὴν εἰς τὸν αἰῶνα.
Εξ. 32,13 Ενθυμήσου τους δούλους σου, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, στους οποίους ωρκίσθης επί του εαυτού σου και τους είπες· Θα αυξήσω και θα πολλαπλασιάσω εγώ τους απογόνους σας, θα τους αναδείξω αμέτρητον πλήθος, ωσάν το πλήθος των αστέρων του ουρανού, και υπεσχέθης ότι όλην αυτήν την χώραν θα την δώσης στους απογόνους των, δια να την έχουν πάντοτε υπό την κυριότητα και κατοχήν των”.

Εξ. 32,14 καὶ ἱλάσθη Κύριος περὶ τῆς κακίας, ἧς εἶπε ποιῆσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Εξ. 32,14 Ο Κυριος ήκουσε την δέησιν του Μωϋσέως, εφάνη ίλεως εις την κακίαν αυτήν των Ισραηλιτών, δια την οποίαν και ηθέλησε να τους τιμωρήση.


Ο Μωυσής συντρίβει τις πλάκες του νόμου, στ. 15-24

Εξ. 32,15 Καὶ ἀποστρέψας Μωυσῆς κατέβη ἀπὸ τοῦ ὄρους, καὶ αἱ δύο πλάκες τοῦ μαρτυρίου ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, πλάκες λίθιναι καταγεγραμμέναι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν αὐτῶν, ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἦσαν γεγραμμέναι·
Εξ. 32,15 Ο Μωϋσής επέστρεψε και κατέβη από το όρος κρατών εις τας χείρας του τας δύο πλάκας του μαρτυρίου. Αυταί αι πλάκες ήσαν λίθιναι γραμμέναι και από τας δύο πλευράς, από εδώ και από εκεί.

Εξ. 32,16 καὶ αἱ πλάκες ἔργον Θεοῦ ἦσαν, καὶ ἡ γραφὴ γραφὴ Θεοῦ κεκολαμμένη ἐν ταῖς πλαξί.
Εξ. 32,16 Ησαν δε έργον του Θεού, τα γεγραμμένα εις αυτάς ήσαν θεία γραφήη χαραγμένη επάνω εις τας πλάκας.

Εξ. 32,17 καὶ ἀκούσας Ἰησοῦς τῆς φωνῆς τοῦ λαοῦ κραζόντων λέγει πρὸς Μωυσῆν· φωνὴ πολέμου ἐν τῇ παρεμβολῇ.
Εξ. 32,17 Καθώς κατέβαιναν και επλησίαζον, ήκουσεν ο Ιησούς του Ναυή φωνάς του λαού, ο οποίος εκραύγαζε, και λέγει προς τον Μωϋσήν· “πολεμικαί κραυγαί ακούονται στο στρατόπεδόν μας” !

Εξ. 32,18 καὶ λέγει· οὐκ ἔστι φωνὴ ἐξαρχόντων κατ᾿ ἰσχύν, οὐδὲ φωνὴ ἐξαρχόντων τροπῆς, ἀλλὰ φωνὴν ἐξαρχόντων οἴνου ἐγὼ ἀκούω.
Εξ. 32,18 Ο Μωϋσής του απήντησε· “δεν είναι αυταί φωναί ανθρώπων, που αρχίζουν τον πόλεμον και αλαλάζουν δια την νίκην, ούτε κραυγαί ανθρώπων οι οποίοι ηττήθησαν και φεύγουν πανικόβλητοι, αλλ' εγώ ακούω φωνάς μεθυσμένων”.

Εξ. 32,19 καὶ ἡνίκα ἤγγιζε τῇ παρεμβολῇ, ὁρᾷ τὸν μόσχον καὶ τοὺς χορούς, καὶ ὀργισθεὶς θυμῷ Μωυσῆς ἔῤῥιψεν ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτοῦ τὰς δύο πλάκας, καὶ συνέτριψεν αὐτὰς ὑπὸ τὸ ὄρος.
Εξ. 32,19 Οταν επλησίαζεν ο Μωϋσής στο στρατόπεδον, βλέπει τον μόσχον και τους χορούς και καταληφθείς από οργήν και θυμόν επέταξεν από τας χείρας του τας δύο πλάκας και τας συνέτριψεν στους πρόποδας του όρους.

Εξ. 32,20 καὶ λαβὼν τὸν μόσχον, ὃν ἐποίησαν, κατέκαυσεν αὐτὸν ἐν πυρὶ καὶ κατήλεσεν αὐτὸν λεπτὸν καὶ ἔσπειρεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ὕδωρ καὶ ἐπότισεν αὐτὸ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.
Εξ. 32,20 Αμέσως λαβών τον μόσχον, που είχαν κατασκευάσει οι Ισραηλίται, έρριψε και κατέκαυσεν αυτόν στο πυρ, τον άλεσε εις λεπτήν σκόνιν και έρριψεν αυτήν στο ύδωρ και με αυτό επότισε τους Ισραηλίτας.

Εξ. 32,21 καὶ εἶπε Μωυσῆς τῷ Ἀαρών· τί ἐποίησέ σοι ὁ λαὸς οὗτος, ὅτι ἐπήγαγες ἐπ᾿ αὐτοὺς ἁμαρτίαν μεγάλην;
Εξ. 32,21 Εκάλεσεν ο Μωϋσής τον Ααρών και του είπε· “τι σου έκαμε αυτός ο λαός και επέσυρες επάνω του τόσον μεγάλην αμαρτίαν και ενοχήν;”

Εξ. 32,22 καὶ εἶπεν Ἀαρὼν πρὸς Μωυσῆν· μὴ ὀργίζου, κύριε· σὺ γὰρ οἶδας τὸ ὅρμημα τοῦ λαοῦ τούτου.
Εξ. 32,22 Ο Ααρών απήντησε προς τον Μωϋσήν· “μη οργίζεσαι, κύριε, εναντίον μου, διότι συ γνωρίζεις πολύ καλά την ορμητικότητα αυτού του λαού.

Εξ. 32,23 λέγουσι γάρ μοι· ποίησον ἡμῖν θεούς, οἳ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γὰρ Μωυσῆς οὗτος ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ.
Εξ. 32,23 Αυτοί μου είπαν· Κατασκεύασε δι' ημάς θεούς, οι οποίοι θα πραπορεύωνται και θα μας οδηγούν, διότι δεν γνωρίζομεν, τι συνέβη στον Μωϋσήν, στον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος μας έβγαλε από την Αίγυπτον.

Εξ. 32,24 καὶ εἶπα αὐτοῖς· εἴ τινι ὑπάρχει χρυσία, περιέλεσθε. καὶ ἔδωκάν μοι· καὶ ἔῤῥιψα εἰς τὸ πῦρ, καὶ ἐξῆλθεν ὁ μόσχος οὗτος.
Εξ. 32,24 Εγώ τότε τους είπα· Ο,τι χρυσάφι υπάρχει στον καθένα σας συγκεντρώσατέ το και δόστε το εις εμέ. Μου το έδωσαν, το έρριψα στο πυρ και από εκεί εβγήκε αυτός ο χρυσός μόσχος”.


Τιμωρία των Ισραηλιτών, στ. 25-35

Εξ. 32,25 καὶ ἰδὼν Μωυσῆς τὸν λαὸν ὅτι διεσκέδασται, διεσκέδασε γὰρ αὐτοὺς Ἀαρὼν ἐπίχαρμα τοῖς ὑπεναντίοις αὐτῶν,
Εξ. 32,25 Είδεν ο Μωϋσής ότι ο μεθυσμένος πλέον λαός είχε διασκορπισθή, διότι τους έφερε εις έξαλλον κατάστασιν και τους διεσκόρπισεν ο Ααρών προς μεγάλην χαράν των εχθρών των,

Εξ. 32,26 ἔστη δὲ Μωυσῆς ἐπὶ τῆς πύλης τῆς παρεμβολῆς καὶ εἶπε· τίς πρὸς Κύριον; ἴτω πρός με. συνῆλθον οὖν πρὸς αὐτὸν πάντες οἱ υἱοὶ Λευί.
Εξ. 32,26 εστάθη όρθιος ο Μωϋσής εις την είσοδον του στρατοπέδου και είπεν· “όποιος είναι με τον Κυριον, ας έλθη προς εμέ”. Συνεκεντρώθησαν άμεσως γύρω από αυτόν όλοι οι της φυλής Λευϊ.

Εξ. 32,27 καὶ λέγει αὐτοῖς· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· θέσθε ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ ῥομφαίαν ἐπὶ τὸν μηρὸν καὶ διέλθατε καὶ ἀνακάμψατε ἀπὸ πύλης ἐπὶ πύλην διά τῆς παρεμβολῆς καὶ ἀποκτείνατε ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸ ἔγγιστα αὐτοῦ.
Εξ. 32,27 Είπε προς αυτούς Ο Μωϋσής· “τάδε λέγει Κυριος ο Θεός Ισραήλ· Ζωσθήτε ο καθένας σας και θέσατε την ρομφαίαν σας στον μηρόν, διέλθετε και επανέλθετε από την μίαν είσοδον του στρατοπέδου μέχρι της άλλης, περάσατε δια μέσου του στρατοπέδου και θανατώσατε καθένας τον ένοχον αδελφόν του, τον φίλον του, τον συγγενή του”.

Εξ. 32,28 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Λευὶ καθὰ ἐλάλησεν αὐτοῖς Μωυσῆς, καὶ ἔπεσαν ἐκ τοῦ λαοῦ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ εἰς τρισχιλίους ἄνδρας.
Εξ. 32,28 Οι Λευίται έκαμαν, όπως τους διέταξεν ο Μωϋσής, και εθανατώθησαν κατά την ημέραν εκείνην τρεις χιλιάδες άνδρες.

Εξ. 32,29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς Μωυσῆς· ἐπληρώσατε τὰς χεῖρας ὑμῶν σήμερον Κυρίῳ, ἕκαστος ἐν τῷ υἱῷ ἢ ἐν τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, δοθῆναι ἐφ᾿ ὑμᾶς εὐλογίαν.
Εξ. 32,29 Είπε τότε στους λευΐτας ο Μωϋσής· “σήμερόν με τους φόνους αυτούς εξεπληρώσατε με τας χείρας σας υπηρεσίαν προς τον Κυριον, θανατώσαντες ο άλλος τον υιόν του και άλλος τον αδελφόν του. Δι' αυτήν σας την πράξιν θα δοθή εις σας ειδική ευλογία του Θεού”.

Εξ. 32,30 Καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν αὔριον εἶπε Μωυσῆς πρὸς τὸν λαόν· ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην· καὶ νῦν ἀναβήσομαι πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περὶ τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν.
Εξ. 32,30 Την επομένην ημέραν είπεν ο Μωϋσής προς τον λαόν· “σεις διεπράξατε αμαρτίαν μεγάλην· και τώρα θα αναβώ στον Θεόν, να τον παρακαλέσω να φανή ίλεως δια την αμαρτίαν σας αυτήν”.

Εξ. 32,31 ὑπέστρεψε δὲ Μωυσῆς πρὸς Κύριον καὶ εἶπε· δέομαι, Κύριε· ἡμάρτηκεν ὁ λαὸς οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεοὺς χρυσοῦς.
Εξ. 32,31 Επέστρεψεν ο Μωϋσής προς τον Κυριον και είπε· “Κυριε, θερμώς σε παρακαλώ· ο λαός αυτός υπέπεσεν εις βαρείαν αμαρτίαν, διότι ελησμόνησε σε και κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του χρυσούς θεούς.

Εξ. 32,32 καὶ νῦν εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες· εἰ δὲ μή, ἐξάλειψόν με ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας.
Εξ. 32,32 Και τώρα εάν φανής ίλεως και συγχωρήσης την αμαρτίαν των αυτήν, συγχώρεσέ τους. Εάν όμως δεν τους συγχωρήσης, εξάλειψε μαζή με αυτούς και εμέ από το βιβλίον σου, στο οποίον με έχεις γραμμένον”.

Εξ. 32,33 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· εἴ τις ἡμάρτηκεν ἐνώπιόν μου, ἐξαλείψω αὐτοὺς ἐκ τῆς βίβλου μου.
Εξ. 32,33 Ο Κυριος απήντησε προς τον Μωϋσήν· “εκείνον, ο οποίος έχει αμαρτήσει ενώπιόν μου, αυτόν θα εξαλείψω από το βιβλίον μου.

Εξ. 32,34 νυνὶ δὲ βάδιζε, κατάβηθι καὶ ὁδήγησον τὸν λαὸν τοῦτον εἰς τὸν τόπον, ὃν εἶπά σοι· ἰδοὺ ὁ ἄγγελός μου προπορεύσεται πρὸ προσώπου σου· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ ἐπισκέπτωμαι, ἐπάξω ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν.
Εξ. 32,34 Τωρα βάδιζε, κατέβα από το όρος και οδήγησε τον λαόν αυτόν στον τόπον, που σου είπα· ιδού ο άγγελός μου θα προπορεύεται ως οδηγός έμπροσθέν σου. Οταν δε αποφασίσω δια την ημέραν της τιμωρίας των, θα τους επισκεφθώ και θα επιφέρω επάνω των την τιμωρίαν δια την αμαρτίαν των αυτήν”.

Εξ. 32,35 καὶ ἐπάταξε Κύριος τὸν λαὸν περὶ τῆς ποιήσεως τοῦ μόσχου, οὗ ἐποίησεν Ἀαρών.
Εξ. 32,35 Και πράγματι, όταν ο Κυριος έκρινε κατάλληλον τον καιρόν, ετιμώρησε τον λαόν δια τον μόσχον, τον οποίον κατ' απαίτησίν των κατεσκεύασεν ο Ααρών.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33ο

Εντολή για αναχώρηση, στ. 1-6

Εξ. 33,1 Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· προπορεύου, ἀνάβηθι ἐντεῦθεν σὺ καὶ  λαός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου, εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τῷ Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ λέγων· τῷ σπέρματι ὑμῶν δώσω αὐτήν.
Εξ. 33,1 Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “προχώρει, ανέβα από εδώ συ και ο λαός σου, τον οποίον έβγαλες από την γην της Αιγύπτου, και βάδιζε δια την χώραν, την οποίαν ωρκίσθην να δώσω στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ λέγων· Εις τους απογόνους σας θα δώσω αυτήν την χώραν.

Εξ. 33,2 καὶ συναποστελῶ τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, καὶ ἐκβαλεῖ τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ Χετταῖον καὶ Φερεζαῖον καὶ Γεργεσαῖον καὶ Εὐαῖον καὶ Ἰεβουσαῖον καὶ Χαναναῖον.
Εξ. 33,2 Μαζή σου, ως οδηγόν σου, θα στείλω τον άγγελόν μου έμπροσθέν σου, ο οποίος θα εκδιώξη τον Αμορραίον, τον Χετταίον, τον Φερεζαίον, τον Γεργεσαίον, τον Ευαίον, τον Ιεβουσαίον και τον Χαναναίον.

Εξ. 33,3 καὶ εἰσάξω σε εἰς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι· οὐ γὰρ μὴ συναναβῶ μετὰ σοῦ, διὰ τὸ λαὸν σκληροτράχηλόν σε εἶναι, ἵνα μὴ ἐξαναλώσω σε ἐν τῇ ὁδῷ.
Εξ. 33,3 Θα εισαγάγω και θα εγκαταστήσω σε εις την γην της επαγγελίας, εις χώραν ρέουσαν γάλα και μέλι. Αλλά εγώ δεν θα ανεβώ μαζή σου, ισραηλιτικέ λαέ, διότι είσαι σκληροκάρδιος και ανυπότακτος, δια να μη σε εξολοθρεύσω καθ' οδόν, αν τυχόν και αμαρτήσης απέναντί μου”.

Εξ. 33,4 καὶ ἀκούσας ὁ λαὸς τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο, κατεπένθησεν ἐν πενθικοῖς.
Εξ. 33,4 Ακούσας ο λαός την βαρείαν αυτήν απόφασιν του Θεού κατελήφθη από πένθος και εφόρεσε τα ενδύματα του πένθους.

Εξ. 33,5 καὶ εἶπε Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ὑμεῖς λαὸς σκληροτράχηλος· ὁρᾶτε, μὴ πληγὴν ἄλλην ἐπάξω ἐγὼ ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐξαναλώσω ὑμᾶς. νῦν οὖν ἀφέλεσθε τὰς στολὰς τῶν δοξῶν ὑμῶν καὶ τόν κόσμον, καὶ δείξω σοι ἃ ποιήσω σοι.
Εξ. 33,5 Οταν επέρασε το πένθος των και εφόρεσαν πάλιν τας λαμπράς στολάς των λησμονήσαντες την αμαρτίαν των, είπεν ο Κυριος προς αυτούς· “σεις είσθε λαός σκληροτράχηλος, προσέχετε, μήπως και αμαρτήσετε πάλιν ενώπιόν μου και επιφέρω εναντίον σας άλλην τιμωρίαν και σας εξολοθρεύσω όλους. Τωρα, λοιπόν, βγάλετε από πάνω σας τας λαμπράς στολάς σας και τα κοσμήματα και θα σας δείξω όσα εγώ θα πράξω προς χάριν σας”.

Εξ. 33,6 καὶ περιείλαντο οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸν κόσμον αὐτῶν καὶ τὴν περιστολὴν ἀπὸ τοῦ ὄρους τοῦ Χωρήβ.
Εξ. 33,6 Οι Ισραηλίται πράγματι εκεί στο όρος Χωρήβ έβγαλαν τα κοσμήματα και τας λαμπράς στολάς των.


Η σκηνή του Μαρτυρίου, στ. 7-11

Εξ. 33,7 Καὶ λαβὼν Μωυσῆς τὴν σκηνὴν αὐτοῦ ἔπηξεν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, μακρὰν ἀπὸ τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐκλήθη σκηνὴ μαρτυρίου· καὶ ἐγένετο, πᾶς ὁ ζητῶν Κύριον ἐξεπορεύετο εἰς τὴν σκηνὴν τὴν ἔξω τῆς παρεμβολῆς.
Εξ. 33,7 Ο Μωϋσής επήρε την σκηνήν του και την έστησεν έως και μακράν από την κατασκήνωσιν των Εβραίων, και ωνομάσθη η σκηνή του, σκηνή μαρτυρίου. Καθένας δέ, ο οποίος εζήτει να προσέλθη στον Κυριον, έβγαινε έξω από την κατασκήνωσιν και επήγαινε εις την σκηνήν του Μωϋσέως.

Εξ. 33,8 ἡνίκα δ᾿ ἂν εἰσεπορεύετο Μωυσῆς εἰς τὴν σκηνὴν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, εἱστήκει πᾶς ὁ λαὸς σκοπεύοντες ἕκαστος παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ κατενοοῦσαν ἀπιόντος Μωυσῆ ἕως τοῦ εἰσελθεῖν αὐτὸν εἰς τὴν σκηνήν.
Εξ. 33,8 Οταν ο Μωϋσής εισήρχετο εις την έξω από το στρατόπεδον των Εδραίων σκηνήν του, όλος ο ισραηλιτικός λαός, ο καθένας όρθιος κοντά εις την θύραν της σκηνής του, παρετήρει με σεβασμόν τον Μωϋσήν, καθώς αυτός αναχωρούσεν από το στρατόπεδον, έως ότου εισήρχετο εις την σκηνήν του.

Εξ. 33,9 ὡς δ᾿ ἂν εἰσῆλθε Μωυσῆς εἰς τὴν σκηνήν, κατέβαινεν ὁ στῦλος τῆς νεφέλης, καὶ ἵστατο ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς, καὶ ἐλάλει Μωυσῇ·
Εξ. 33,9 Οταν δε εισήρχετο ο Μωϋσής εις την σκηνήν, κατέβαινεν ο στύλος της νεφέλης και ίστατο εις την θύραν της σκηνής του, ο δε Θεός ωμίλει εκεί προς τον Μωϋσήν.

Εξ. 33,10 καὶ ἑώρα πᾶς ὁ λαὸς τὸν στῦλον τῆς νεφέλης ἑστῶτα ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς, καὶ στάντες πᾶς ὁ λαὸς προσεκύνησαν ἕκαστος ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ.
Εξ. 33,10 Ολος δε ο ισραηλιτικός λαός έβλεπε τον στύλον της νεφέλης να ίσταται εις την θύραν της σκηνής του Μωϋσέως και γεμάτοι σεβασμόν όλοι προσεκύνουν ο καθένας από την θύραν της σκηνής του την νεφέλην αυτήν του Θεού.

Εξ. 33,11 καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον. καὶ ἀπελύετο εἰς τὴν παρεμβολήν, ὁ δὲ θεράπων Ἰησοῦς υἱὸς Ναυῆ νέος οὐκ ἐξεπορεύετο ἐκ τῆς σκηνῆς.
Εξ. 33,11 Εκεί ωμίληοεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν κατά τρόπον προσωπικόν και οικείον, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλον του. Οταν ο Μωϋσής, αναχωρών από την σκηνήν του, επεσκέπτετο το στρατόπεδον, ο Ιησούς, ο υιός του Ναυή, νέος που τον υπηρέτει, δεν εξήρχετο από την σκηνήν, αλλά έμενε μέσα εις αυτήν.


Η υπόσχεση του Κυρίου για την παραυσία του, στ. 12-23

Εξ. 33,12 Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον· ἰδοὺ σύ μοι λέγεις· ἀνάγαγε τὸν λαὸν τοῦτον, σὺ δὲ οὐκ ἐδήλωσάς μοι, ὃν συναποστελεῖς μετ᾿ ἐμοῦ· σὺ δέ μοι εἶπας· οἶδά σε παρὰ πάντας, καὶ χάριν ἔχεις παρ᾿ ἐμοί.
Εξ. 33,12 Είπε δε ο Μωϋσής προς τον Κυριον· “ιδού, συ μου λέγεις· Οδήγησε τον λαόν αυτόν. Αλλά συ δεν μου εφανέρωσες, ποίος είναι εκείνος, τον οποίον θα αποστείλης μαζή μου. Συ μου είπες· Γνωρίζω ότι συ είσαι από όλους τους ανθρώπους ο πλέον εκλεκτός και δι' αυτό έχεις την αγάπην μου και την εύνοιάν μου.

Εξ. 33,13 εἰ οὖν εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐμφάνισόν μοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε, ὅπως ἂν ὦ εὑρηκὼς χάριν ἐναντίον σου, καὶ ἵνα γνῶ ὅτι λαός σου τὸ ἔθνος τὸ μέγα τοῦτο.
Εξ. 33,13 Εάν λοιπόν ευρήκα χάριν ενώπιόν σου, φανέρωσε εις εμέ τον εαυτόν σου κατά ένα τρόπον αισθητόν, δια να σε ίδω με τα ίδια μου τα μάτια και έτσι να πεισθώ ότι έχω εύρει χάριν ενώπιόν σου και ότι το μέγα τούτο έθνος είναι λαός ιδικός σου”.

Εξ. 33,14 καὶ λέγει· αὐτὸς προπορεύσομαί σου καὶ καταπαύσω σε.
Εξ. 33,14 Ο Κυριος του απήντησεν· “εγώ θα προπορευθώ ως οδηγός, θα σε οδηγήσω και θα σε αναπαύσω εις την γην της επαγγελίας”.

Εξ. 33,15 καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· εἰ μὴ αὐτὸς σὺ συμπορεύῃ, μή με ἀναγάγῃς ἐντεῦθεν·
Εξ. 33,15 Είπεν ο Μωϋσής προς τον Θεόν· “εάν συ ο ίδιος δεν συμπορευθής μαζή μου, μη με μετακινήσης από εδώ.

Εξ. 33,16 καὶ πῶς γνωστὸν ἔσται ἀληθῶς, ὅτι εὕρηκα χάριν παρὰ σοί, ἐγώ τε καὶ ὁ λαός σου, ἀλλ᾿ ἢ συμπορευομένου σου μεθ᾿ ἡμῶν; καὶ ἐνδοξασθήσομαι ἐγώ τε καὶ ὁ λαός σου παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐπὶ τῆς γῆς ἐστι.
Εξ. 33,16 Πως δε θα μάθω και θα πεισθώ απολύτως ότι εγώ και ο λαός σου έχομεν εύρει χάριν ενώπιόν σου, παρά μόνον όταν συ συμπορεύεσαι μαζή μας; Τοτε θα δοξασθώ εγώ και ο λαός σου περισσότερον από όλα τα έθνη, που υπάρχουν επί της γης”.

Εξ. 33,17 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· καὶ τοῦτόν σοι τὸν λόγον, ὃν εἴρηκας, ποιήσω· εὕρηκας γὰρ χάριν ἐνώπιον ἐμοῦ, καὶ οἶδά σε παρὰ πάντας.
Εξ. 33,17 Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “και αυτό το αίτημά σου, το οποίον μου είπες, θα το πραγματοποιήσω. Θα συμπορευθώ μαζή σας, διότι έχεις εύρει χάριν ενώπιόν μου και σε γνωρίζω ως εκλεκτόν και άξιον της αγάπης μου περισσότερον από κάθε άλλον”.

Εξ. 33,18 καὶ λέγει· ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν,
Εξ. 33,18 Τοτε ο Μωϋσής του είπε· “δείξε εις εμέ τον εαυτόν σου”.

Εξ. 33,19 καὶ εἶπεν· ἐγὼ παρελεύσομαι πρότερός σου τῇ δόξῃ μου καὶ καλέσω τῷ ὀνόματί μου, Κύριος ἐναντίον σου· καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω.
Εξ. 33,19 Ο Κυριος απήντησεν· “εγώ θα διέλθω και θα προχωρήσω εμπρός από σε με την θείαν δόξαν μου, θα αναγγείλω και θα ακούσης το όνομά μου “Κυριος είναι ενώπιόν σου”. Εγώ ελεώ εκείνον τον οποίον θέλω να ελεήσω, λυπούμαι και συμπαθώ εκείνον που θέλω να συμπαθήσω, χωρίς κανείς να με υποχρεώνη προς τούτο”.

Εξ. 33,20 καὶ εἶπεν· οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται.
Εξ. 33,20 Και ο Θεός εξηκολούθησε· “δεν θα ημπορέσης να ίδης το πρόσωπόν μου· διότι κανείς άνθρωπος δεν ημπορεί να με αντικρύση εις όλην μου την δόξαν και να ζήση”.

Εξ. 33,21 καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾿ ἐμοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας·
Εξ. 33,21 Και συνέχισεν ο Κυριος· “ιδού τόπος εδώ πλησίον. Στάσου όρθιος επάνω εις αυτόν τον βράχον.

Εξ. 33,22 ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω·
Εξ. 33,22 Οταν διέρχεται η θεία μου δόξα, θα σε θέσω εις την οπήν του βράχου, θα σκεπάσω με το χέρι μου το πρόσωπόν σου, έως ότου περάσω.

Εξ. 33,23 καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.
Εξ. 33,23 Θα αφαιρέσω το χέρι μου από το πρόσωπόν σου και θα με ίδης εκ των όπισθεν, αλλά το πρόσωπόν μου δεν θα το ίδης”.


ΚΕΦΑΛΑΙΑ 34-36, ( 29-09-2013 )

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34ο

Οι δεύτερες πέτρινες πλάκες, στ. 1-9

Εξ. 34,1 Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· λάξευσον σεαυτῷ δύο πλάκας λιθίνας, καθὼς καὶ αἱ πρῶται καὶ ἀνάβηθι πρός με εἰς τὸ ὄρος, καὶ γράψω ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ῥήματα,  ἦν ἐν ταῖς πλαξὶ ταῖς πρώταις, αἷς συνέτριψας.
Εξ. 34,1 Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “κόψε συ ο ίδιος και πελέκησε δύο λιθίνας πλάκας, ομοίας προς τας προηγουμένας, άνεβα προς εμέ στο όρος Σινά και εγώ θα γράψω επάνω εις αυτάς τας πλάκας τας εντολάς, αι οποίαι ήσαν γραμμέναι εις τας πρώτας πλάκας, που συ συνέτριψες.

Εξ. 34,2 καὶ γίνου ἕτοιμος εἰς τὸ πρωΐ καὶ ἀναβήσῃ ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Σινὰ καὶ στήσει μοι ἐκεῖ ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ ὄρους.
Εξ. 34,2 Γινε έτοιμος το πρωϊ, διότι θα ανεβής στο όρος Σινά και εκεί εις την κορυφήν του όρους θα σταθής όρθιος κοντά μου.

Εξ. 34,3 καὶ μηδεὶς ἀναβήτω μετὰ σοῦ μηδὲ ὀφθήτω ἐν παντὶ τῷ ὄρει· καὶ τὰ πρόβατα καὶ βόες μὴ νεμέσθωσαν πλησίον τοῦ ὄρους ἐκείνου.
Εξ. 34,3 Κανείς άλλος δεν θα ανεβή μαζή σου ούτε και θα κάμη την εμφάνισίν του εις κανένα σημείον του όρους. Και τα πρόβατα και τα βόδια να μη τα αφήσετε να βοσκήσουν πλησίον του όρους”.

Εξ. 34,4 καὶ ἐλάξευσε δύο πλάκας λιθίνας, καθάπερ καὶ αἱ πρῶται· καὶ ὀρθρίσας Μωυσῆς ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος τὸ Σινά, καθότι συνέταξεν αὐτῷ Κύριος· καὶ ἔλαβε Μωυσῆς τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας.
Εξ. 34,4 Ο Μωϋσής επελέκησε δύο λιθίνας πλάκας κατά τον τύπον των προηγουμένων και εγερθείς λίαν πρωϊ ανέβη στο όρος Σινά, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος. Επήρε δε μαζή του και τας δύο λιθίνας πλάκας

Εξ. 34,5 καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ παρέστη αὐτῷ ἐκεῖ· καὶ ἐκάλεσε τῷ ὀνόματι Κυρίου.
Εξ. 34,5 ο Κυριος κατέβη τότε δια νεφέλης στο όρος. Ο Μωϋσής εστάθη όρθιος πλησίον του και επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου.

Εξ. 34,6 καὶ παρῆλθε Κύριος πρὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσε· Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός,
Εξ. 34,6 Ο Κυριος επέρασεν εμπρός από τον Μωϋσέα και ηκούσθησαν τα λόγια· “Κυριος ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός.

Εξ. 34,7 καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ οὐ καθαριεῖ τὸν ἔνοχον, ἐπάγων ἀνομίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἐπὶ τέκνα τέκνων, ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεάν.
Εξ. 34,7 Εφαρμόζει και εκδηλώνει πάντοτε όλας τας αρετάς του, μάλιστα δε την αγάπην και το έλεός του εις χιλιάδας ανθρώπων, συγχωρών ανομίας, αδικίας και αμαρτίας εις κάθε μετανοούντα. Αλλά δεν απαλλάσσει από την ενοχήν και από την τιμωρίαν τον αμετανόητον αμαρτωλόν, εξαποστέλλει την δικαίαν τιμωρίαν στους αμετανοήτους, τιμωρών τα τέκνα δια τας αμαρτίας των πατέρων μέχρις ακόμη τρίτης και τετάρτης γενεάς” !

Εξ. 34,8 καὶ σπεύσας Μωυσῆς, κύψας ἐπὶ τὴν γῆν προσεκύνησε
Εξ. 34,8 Εσπευσεν ο Μωϋσής και κύψας προς την γην προσεκύνησε τον Θεόν,

Εξ. 34,9 καὶ εἶπεν· εἰ εὕρηκα χάριν ἐνώπιόν σου, συμπορευθήτω ὁ Κύριός μου μεθ᾿ ἡμῶν· ὁ λαὸς γὰρ σκληροτράχηλός ἐστι, καὶ ἀφελεῖς σὺ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, καὶ ἐσόμεθα σοί.
Εξ. 34,9 και είπεν· “εάν έχω εύρει χάριν ενώπιόν σου, ας πορευθής συ, ο Κυριος μου, μαζή μας έως την γην της επαγγελίας. Διότι ο ισραηλιτικος λαός είναι σκληροκάρδιος και ανυπότακτος εις τας εντολάς σου. Συ όμως ως ελεήμων και μακρύθυμος θα συγχωρήσης τας αμαρτίας μας και τας ανομίας μας, και έτσι θα είμεθα πάλιν ιδικοί σου”.


Η διαθήκη επαναλαμβάνεται, στ. 10-28

Εξ. 34,10 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἰδοὺ ἐγὼ τίθημί σοι διαθήκην· ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ σου ποιήσω ἔνδοξα, ἃ οὐ γέγονεν ἐν πάσῃ τῇ γῇ καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, καὶ ὄψεται πᾶς ὁ λαός, ἐν οἷς εἶ σύ, τὰ ἔργα Κυρίου, ὅτι θαυμαστά ἐστιν, ἃ ἐγὼ ποιήσω σοι.
Εξ. 34,10 Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· “ιδού εγώ σου δίδω μίαν επίσημον υπόσχεσιν ενώπιον όλου του λαού σου θα κάμω έργα θαυμαστά, τα οποία δεν έγιναν έως τώρα εις όλην την γην και εις κανένα άλλο έθνος. Ολος δε αυτός ο λαός, στον οποίον και συ ανήκεις, θα ίδη τα έργα του Κυρίου ότι είναι άξια παντός θαυμασμού, αυτά τα οποία θα κάμω εγώ προς χάριν σου.

Εξ. 34,11 πρόσεχε σὺ πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι. ἰδοὺ ἐγὼ ἐκβάλλω πρὸ προσώπου ὑμῶν τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ Χαναναῖον καὶ Φερεζαῖον καὶ Χετταῖον καὶ Εὐαῖον καὶ Γεργεσαῖον καὶ Ἰεβουσαῖον·
Εξ. 34,11 Συ δε πρόσεξε όλα όσα εγώ σε διατάσσω. Ιδού εγώ θα εκδιώξω από εμπρός σας τον Αμορραίον, τον Χαναναίον, τον Φερεζαίον, τον Χετταίον, τον Ευαίον, τον Γεργεσαίον και τον Ιεβουσαίον.

Εξ. 34,12 πρόσεχε σεαυτῷ, μή ποτε θῇς διαθήκην τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ εἰς αὐτήν, μή σοι γένηται πρόσκομμα ἐν ὑμῖν.
Εξ. 34,12 Προσέχετε τον εαυτόν σας, μη τυχόν παρασυρθήτε και συνάψετε συμφωνίαν τινα με τους κατοίκους της χώρας, εις την οποίον θα εισέλθετε, δια να μη γίνη η πράξις σας αυτή πρόσκομμα στον δρόμον σας και αιτία της καταστροφής σας.

Εξ. 34,13 τούς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τάς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί·
Εξ. 34,13 Αντιθέτως θα κρημνίσετε τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς στήλας των, θα κόψετε από την ρίζαν τα ιερά των δάση και θα κατακαύσετε στο πυρ τα ξυλόγλυπτα αγάλματα των θεών των.

Εξ. 34,14 οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεοῖς ἑτέροις· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ζηλωτὸν ὄνομα, Θεὸς ζηλωτής ἐστι.
Εξ. 34,14 Δεν θα προσκυνήσετε άλλους θεούς, διότι Κυριος ο Θεός ονομάζεται ζηλωτής, είναι Θεός ζηλότυπος, θέλει δηλαδή δια τον εαυτόν του την αγάπην σας.

Εξ. 34,15 μή ποτε θῇς διαθήκην τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐκπορνεύσωσιν ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν καὶ θύσωσι τοῖς θεοῖς αὐτῶν, καὶ καλέσωσί σε, καὶ φάγῃς τῶν αἱμάτων αὐτῶν,
Εξ. 34,15 Ουδέποτε θα συνάψης συμφωνίαν με τους κατοίκους της Χαναάν, δια να μη παρασυρθούν οι Ισραηλίται οπίσω από τους θεούς εκείνων και εκτραπούν εις διαφθοράν και προσφέρουν θυσίας στους θεούς των και σας καλέσωσιν εκείνοι εις τα θρησκευτικά των συμπόσια και φάγετε από τα αίματα των θυσιών των.

Εξ. 34,16 καὶ λάβῃς τῶν θυγατέρων αὐτῶν τοῖς υἱοῖς σου καὶ τῶν θυγατέρων σου δῷς τοῖς υἱοῖς αὐτῶν, καὶ ἐκπορνεύσωσιν αἱ θυγατέρες σου ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν, καὶ ἐκπορνεύσωσιν οἱ υἱοί σου ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν.
Εξ. 34,16 Δεν θα πάρετε δια τους υιούς σας συζύγους από τας θυγατέρας των και τας θυγατέρας σου δεν θα τας δώσης συζύγους εις τα τέκνα εκείνων, δια να μη παρασυρθούν αι θυγατέρες σου και εκτραπούν εις ανομήματα οπίσω των θεών εκείνων, δια να μη παρασυρθούν οι υιοί σου οπίσω των θεών εκείνων και εκτραπούν εις ανομήματα.

Εξ. 34,17 καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.
Εξ. 34,17 Δεν θα κατασκευάσης θεούς χωνευτούς εις χυτήρια, δια να μη παρασυρθής εις την ειδωλολατρείαν.

Εξ. 34,18 καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων φυλάξῃ· ἑπτὰ ἡμέρας φαγῇ ἄζυμα, καθάπερ ἐντέταλμαί σοι, εἰς τὸν καιρὸν ἐν μηνὶ τῶν νέων· ἐν γὰρ μηνὶ τῶν νέων ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου.
Εξ. 34,18 Θα τηρήσης την εορτήν των αζύμων, την εορτήν του Πασχα. Επτά ημέρας θα τρώγης άζυμα, όπως εγώ σε διέταξα, κατά τον μήνα που συμπίπτει με τα νέα σιτηρά. Διότι κατά τον μήνα των νέων σιτηρών εξήλθατε από την Αίγυπτον.

Εξ. 34,19 πᾶν διανοῖγον μήτραν ἐμοί, τὰ ἀρσενικά, πᾶν πρωτότοκον μόσχου καὶ πρωτότοκον προβάτου.
Εξ. 34,19 Καθε πρωτογέννητον αρσενικό παιδί ανήκει εις εμέ, όπως και κάθε πρωτογέννητον προβάτου και μόσχου.

Εξ. 34,20 καὶ πρωτότοκον ὑποζυγίου λυτρώσῃ προβάτῳ· ἐὰν δὲ μὴ λυτρώσῃ αὐτό, τιμὴν δώσεις. πᾶν πρωτότοκον τῶν υἱῶν σου λυτρώσῃ· οὐκ ὀφθήση ἐνώπιόν μου κενός.
Εξ. 34,20 Καθε πρωτότοκον όνου θα το ανταλλάξης με πρόβατον. Εάν δε δεν το ανταλλάξης θα καταβάλης εις χρήμα την αξίαν του. Δια κάθε όμως πρωτότοκον εκ των υιών σας θα καταβάλλετε ωρισμένον χρηματικόν ποσόν στον ναόν. Δεν θα εμφανίζεσαι στον ναόν με αδειανά τα χέρια. Κατι θα πρέπει να προσφέρης.

Εξ. 34,21 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ, τῇ δὲ ἑβδόμῃ καταπαύσεις· τῷ σπόρῳ καὶ τῷ ἀμήτῳ κατάπαυσις.
Εξ. 34,21 Εξ ημέρας θα εργάζεσαι, την δε εβδόμην ημέραν θα παύσης από τα έργα σου και θα αναπαυθής. Κατά την ημέραν αυτήν θα γίνεται επίσης ανάπαυσις από την σποράν και τον θερισμόν.

Εξ. 34,22 καὶ ἑορτὴν ἑβδομάδων ποιήσεις μοι, ἀρχὴν θερισμοῦ πυροῦ, καὶ ἑορτὴν συναγωγῆς μεσοῦντος τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Εξ. 34,22 Θα τελής επίσης δι' εμέ την εορτήν των εβδομάδων, την Πεντηκοστήν, κατά την οποίαν αρχίζει ο θερισμός των σιτηρών, όπως επίσης και την εορτήν της συγκομιδής των καρπών κατά το μέσον του έτους (δηλαδή κατά Οκτώβριον). Εξ.

Εξ. 34,23 τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν σου ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ·
Εξ. 34,23 Τρεις εποχάς κατά το διάστημα του έτους θα εμφανίζεται κάθε ανήρ Ισραηλίτης ενώπιον Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.

Εξ. 34,24 ὅταν γὰρ ἐκβάλω τὰ ἔθνη πρὸ προσώπου σου καὶ πλατύνω τὰ ὅριά σου, οὐκ ἐπιθυμήσει οὐδεὶς τῆς γῆς σου, ἡνίκα ἂν ἀναβαίνῃς ὀφθῆναι ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Εξ. 34,24 Διότι, όταν εκδιώξω από εμπρός σου τα ειδωλολατρικά έθνη και μεγαλώσω τα όρια του κράτους σου, κανείς δεν θα επιθυμίση καν την κατάκτησιν της χώρας σου, εφ' όσον συ αναβαίνεις κατά τας τρεις αυτάς εορτάς του έτους, δια να παρουσιασθής ενώπιον του Θεού σου.

Εξ. 34,25 οὐ σφάξεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιασμάτων μου, καὶ οὐ κοιμηθήσεται εἰς τὸ πρωΐ θύματα ἑορτῆς τοῦ πάσχα.
Εξ. 34,25 Δεν θα προσφέρης εις εμέ το αίμα των θυσιών σου μετά ενζύμου άρτου και δεν θα μείνουν μέχρι της πρωΐας υπολείμματα από τας θυσίας της εορτής του Πασχα. Θα τρώγωνται κατά την εσπέραν.

Εξ. 34,26 τὰ πρωτογεννήματα τῆς γῆς σου θήσεις εἰς τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου. οὐχ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ.
Εξ. 34,26 Τα πρωτογεννήματα των αγρών σου θα τα προσφέρης στον οίκον Κυρίου του Θεού σου. Δεν θα μαγειρεύσης αρνί με το γάλα της μητρός του”.

Εξ. 34,27 Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· γράψον σεαυτῷ τὰ ῥήματα ταῦτα· ἐπὶ γὰρ τῶν λόγων τούτων τέθειμαί σοι διαθήκην καὶ τῷ Ἰσραήλ.
Εξ. 34,27 Ο Κυριος είπε στον Μωϋσήν· “γράψε συ ο ίδιος τα λόγια μου αυτά. Διότι επί των λόγων μου αυτών συνάπτω συμψωνίαν με σε και με τον ισραηλιτικόν λαόν”.

Εξ. 34,28 καὶ ἦν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγε καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιε· καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ῥήματα ταῦτα τῆς διαθήκης, τοὺς δέκα λόγους.
Εξ. 34,28 Ο Μωϋσής έμενεν εκεί εις την κορυφήν του όρους Σινά τεσσαράκοντα ημερονύκτια. Ούτε άρτον έφαγεν ούτε ύδωρ έπιεν. Εγραψεν επάνω εις τας πλάκας τους λόγους αυτούς της συμφωνίας του Θεού και του Ισραήλ, τον Δεκάλογον.


Η κάθοδος του Μωυσή από το βουνό, στ. 29-35

Εξ. 34,29 ὡς δὲ κατέβαινε Μωυσῆς ἐκ τοῦ ὄρους, καὶ αἱ δύο πλάκες ἐπὶ τῶν χειρῶν Μωυσῆ· καταβαίνοντος δὲ αὐτοῦ ἐκ τοῦ ὄρους, Μωυσῆς οὐκ ᾔδει ὅτι δεδόξασται ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐν τῷ λαλεῖν αὐτὸν αὐτῷ.
Εξ. 34,29 Οταν δε κατέβη ο Μωϋσής από το όρος εκρατούσε εις τα χέρια του τας δύο πλάκας. Καταβαίνων δε από το όρος δεν εγνώριζεν ότι το πρόσωπόν του είχεν αποκτήσει κάποιαν θείαν λάμψιν, την οποίαν έλαβε καθώς ωμιλούσε προς αυτόν ο Θεός.

Εξ. 34,30 καὶ εἶδεν Ἀαρὼν καὶ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ τὸν Μωυσῆν καὶ ἦν δεδοξασμένη ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτῷ.
Εξ. 34,30 Ο Ααρών όμως και όλοι οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού είδον ότι η όψις του προσώπου του Μωϋσέως ήτο λαμπρά και ακτινοβόλος και εφοβήθησαν να τον πλησιάσουν.

Εξ. 34,31 καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς Μωυσῆς, καὶ ἐπεστράφησαν πρὸς αὐτὸν Ἀαρὼν καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες τῆς συναγωγῆς, καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς Μωυσῆς.
Εξ. 34,31 Ο Μωϋσής τους εκάλεσε και επλησίασαν προς αυτόν ο Ααρών και όλοι οι άρχοντες του λαού, προς τους οποίους και ωμίλησεν ο Μωϋσής.

Εξ. 34,32 καὶ μετὰ ταῦτα προσῆλθον πρὸς αὐτὸν πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Σινά.
Εξ. 34,32 Κατόπιν δε ήλθον προς τον Μωϋσήν όλοι οι Ισραηλίται και ανεκοίνωσεν εις αυτούς όλα όσα είχε διατάξει ο Κυριος προς αυτόν στο όρος Σινά.

Εξ. 34,33 καὶ ἐπειδὴ κατέπαυσε λαλῶν πρὸς αὐτούς, ἐπέθηκεν ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ κάλυμμα.
Εξ. 34,33 Οταν έπαυσε να ομιλή προς αυτούς, έθεσε κάλυμμα στο πρόσωπόν του.

Εξ. 34,34 ἡνίκα δ᾿ ἂν εἰσεπορεύετο Μωυσῆς ἔναντι Κυρίου λαλεῖν αὐτῷ, περιῃρεῖτο τὸ κάλυμμα ἕως τοῦ ἐκπορεύεσθαι. καὶ ἐξελθὼν ἐλάλει πᾶσι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος,
Εξ. 34,34 Οσες όμως φορές ο Μωϋσής προσήρχετο ενώπιον του Κυρίου, δια να ομιλήση προς αυτόν, αφαιρούσε το κάλυμμα του προσώπου μέχρι της στιγμής, που εξήρχετο από τον Κυριον. Εξερχόμενος δε ανεκοίνωνε εις όλους τους Ισραηλίτας, όσας εντολάς έδιδεν εις αυτόν ο Θεός.

Εξ. 34,35 καὶ εἶδον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πρόσωπον Μωυσέως ὅτι δεδόξασται, καὶ περιέθηκε Μωυσῆς κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ, ἕως ἂν εἰσέλθῃ συλλαλεῖν αὐτῷ.
Εξ. 34,35 Εβλεπαν οι Ισραηλίται ότι το πρόσωπον του Μωϋσέως ακτινοβολούσε. Ο δε Μωϋσής περιέβαλλε με κάλυμμα το πρόσωπόν του, μέχρις ότου επέστρεφε προς τον Κυριον, δια να συνομιλή με αυτόν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35ο

Οι διατάξεις για το Σάββατο, στ. 1-3

Εξ. 35,1 Καὶ συνήθροισε Μωυσῆς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ εἶπεν· οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς εἶπε Κύριος ποιῆσαι αὐτούς.
Εξ. 35,1 Συνεκέντρωσεν ο Μωϋσής όλον τον λαόν των Ισραηλιτών και είπεν· “αυτοί είναι οι λόγοι, τους οποίους διέταξεν ο Θεός να εφαρμόζωμεν·

Εξ. 35,2 ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατάπαυσις, ἅγια σάββατα, ἀνάπαυσις Κυρίῳ· πᾶς ὁ ποιῶν ἔργον ἐν αὐτῇ τελευτάτω.
Εξ. 35,2 Εξ ημέρας θα εργάζεσθε, κατά δε την ημέραν την εβδόμη θα καταπαύετε τας εργασίας σας, διότι αυτή θα είναι άγιον Σαββατον, ανάπαυσις χάριν του Κυρίου. Εκείνος δε ο οποίος θα εργασθή κατ' αυτήν, θα τιμωρηθή με θάνατον.

Εξ. 35,3 οὐ καύσετε πῦρ ἐν πάσῃ κατοικίᾳ ὑμῶν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων· ἐγὼ Κύριος.
Εξ. 35,3 Δεν θα ανάψετε φωτιά εις καμμίαν από τας κατοικίας σας κατά την ημέραν του Σαββάτου. Εγώ είμαι ο Κυριος, που διατάσσω”.

Η προσφορά για τον Κύριο, στ. 4-9

Εξ. 35,4 Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ λέγων· τοῦτο τὸ ῥῆμα, ὃ συνέταξε Κύριος λέγων·
Εξ. 35,4 Ο Μωϋσής είπε και αυτά ακόμη προς όλον το πλήθος των Ισραηλιτών· “αυτό, ομιλών προς εμέ, διέταξεν ο Κυριος·

Εξ. 35,5 λάβετε παρ᾿ ὑμῶν αὐτῶν ἀφαίρεμα Κυρίῳ· πᾶς ὁ καταδεχόμενος τῇ καρδίᾳ οἴσουσι τὰς ἀπαρχὰς Κυρίῳ, χρυσίον, ἀργύριον, χαλκόν,
Εξ. 35,5 Αφαιρέσατε από τον εαυτόν σας και συλλέξατε δια τον Κυριον αφιερώματα. Εκαστος κατά την ελευθέραν αυτού βούλησιν θα προσφέρη προς τον Κυριον τας δωρεάς του, χρυσόν, άργυρον, χαλκόν,

Εξ. 35,6 ὑάκινθον, πορφύραν, κόκκινον διπλοῦν διανενησμένον καὶ βύσσον κεκλωσμένην καὶ τρίχας αἰγείας
Εξ. 35,6 ύφασμα βαμμένον κυανούν, βαθέως ερυθρόν, κόκκινον, στριμμένον λινόν ύφασμα, τρίχας αιγών,

Εξ. 35,7 καὶ δέρματα κριῶν ἠρυθροδανωμένα καὶ δέρματα ὑακίνθινα καὶ ξύλα ἄσηπτα.
Εξ. 35,7 δέρματα κριών βαμμένα κόκκινα με ερυθρόδανον, δέρματα κυανά και ξύλα που δεν σαπίζουν.

Εξ. 35,8 καὶ λίθους σαρδίου καὶ λίθους εἰς τὴν γλυφὴν εἰς τὴν ἐπωμίδα καὶ τὸν ποδήρη.
Εξ. 35,8 Επίσης θα προσφέρετε πολυτίμους λίθους σαρδίου και άλλους πολυτίμους λίθους, δια να σκαλισθούν επάνω των ονόματα και χρησιμοποιηθούν δια την επωμίδα και τον ποδήρη χιτώνα.

Εξ. 35,9 καὶ πᾶς σοφὸς τῇ καρδίᾳ ἐν ὑμῖν ἐλθὼν ἐργαζέσθω πάντα, ὅσα συνέταξε Κύριος·
Εξ. 35,9 Καθε ευφυής κατά την διάνοιαν και ικανός εργάτης από σας ας έλθη να εργασθή δι' όλα τα ιερά σκεύη και έργα που διέταξεν ο Κυριος.


Ο εφοδιασμός των υλικών για την κατασκευή της σκηνής, στ. 10-19

Εξ. 35,10 τὴν σκηνὴν καὶ τὰ παραρύματα καὶ τὰ κατακαλύμματα καὶ τά διατόνια καὶ τοὺς μοχλοὺς καὶ τοὺς στύλους
Εξ. 35,10 Δηλαδή δια το στήσιμο της Σκηνής, δια τα δερμάτινα και τα τρίχινα και από κλωστήν υφασμένα καλύμματα της Σκηνής, δια τας δοκούς της οροφής, δια τους μοχλούς και τους στύλους,

Εξ. 35,11 καὶ τὴν κιβωτὸν τοῦ μαρτυρίου καὶ τοὺς ἀναφορεῖς αὐτῆς καὶ τὸ ἱλαστήριον αὐτῆς καὶ τὸ καταπέτασμα
Εξ. 35,11 δια την Κιβωτόν του Μαρτυρίου, τους αναφοφορείς και το ιλαστήριον αυτής, δια το καταπέτασμα,

Εξ. 35,12 καὶ τὰ ἱστία τῆς αὐλῆς καὶ τοὺς στύλους αὐτῆς
Εξ. 35,12 δια τα παραπετάσματα της αυλής και τους στύλους αυτής,

Εξ. 35,13 καὶ τοὺς λίθους τοὺς τῆς σμαράγδου
Εξ. 35,13 τους πολύτιμους λίθους του σμαράγδου,

Εξ. 35,14 καὶ τὸ θυμίαμα καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ χρίσματος
Εξ. 35,14 το θυμίαμα του ναού και το δια την χρίσιν ιερόν έλαιον,

Εξ. 35,15 καὶ τὴν τράπεζαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς
Εξ. 35,15 δια την τράπεζαν και όλα τα σκεύη αυτής,

Εξ. 35,16 καὶ τὴν λυχνίαν τοῦ φωτὸς καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς
Εξ. 35,16 την γρυσήν επτάφωτον λυχνίαν και όλα τα σκεύη της,

Εξ. 35,17 καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτοῦ
Εξ. 35,17 το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και όλα τα εξαρτήματά του,

Εξ. 35,18 καὶ τὰς στολὰς τὰς ἁγίας Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως καὶ τὰς στολάς, ἐν αἷς λειτουργήσουσιν ἐν αὐταῖς,
Εξ. 35,18 τα ιερά άμφια του αρχιερέως Ααρών, και τας ιερατικάς στολάς των υιών του, με τας οποίας θα λειτουργούν,

Εξ. 35,19 καὶ τοὺς χιτῶνας τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τῆς ἱερατείας καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ χρίσματος καὶ τὸ θυμίαμα τῆς συνθέσεως.
Εξ. 35,19 δια τους ιερατικούς χιτώνας των υιών Ααρών, δια το προς χρίσιν άγιον έλαιον και δια το σύνθετον από πολλάς ευώδεις ουσίας θυιμίαμα”.


Ο λαός φέρνει τις προσφορές του, στ. 20-29

Εξ. 35,20 καὶ ἐξῆλθε πᾶσα συναγωγὴ υἱῶν Ἰσραὴλ ἀπὸ Μωυσῆ
Εξ. 35,20 Ολον τότε το πλήθος των υιών Ισραήλ, όταν ήκουσαν αυτά, ανεχώρησαν από τον τόπον, όπου ίστατο ο Μωϋσής, δια να μεταβούν και φέρουν τα αφιερώματα.

Εξ. 35,21 καὶ ἤνεγκαν ἕκαστος, ὧν ἔφερεν ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ ὅσοις ἔδοξε τῇ ψυχῇ αὐτῶν, ἤνεγκαν ἀφαίρεμα Κυρίῳ εἰς πάντα τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ εἰς πάντα τὰ κάτεργα αὐτῆς, καὶ εἰς πάσας τὰς στολὰς τοῦ ἁγίου.
Εξ. 35,21 Επιστρέψαντες δε έφερεν ο καθένας κατά την διάθεσιν της καρδίας του όσα ενόμισε καλόν ως προσφοράν προς τον Κυριον, δι' όλα τα έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου, δι' όλα τα εξαρτήματα αυτής και δι' όλας τας ιερατικάς στολάς.

Εξ. 35,22 καὶ ἤνεγκαν οἱ ἄνδρες παρὰ τῶν γυναικῶν, πᾶς ᾧ ἔδοξε τῇ διανοίᾳ, ἤνεγκαν σφραγῖδας καὶ ἐνώτια καὶ δακτυλίους καὶ ἐμπλόκια καὶ περιδέξια, πᾶν σκεῦος χρυσοῦν, καὶ πάντες ὅσοι ἤνεγκαν ἀφαιρέματα χρυσίου Κυρίῳ.
Εξ. 35,22 Οι άνδρες έλαβον από τας γυναίκας των και έφεραν ο,τι ο καθένας εσκέφθη. Εφεραν σφραγίδας, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, κοσμήματα γυναικείας κόμης, βραχιόλια, κάθε χρυσούν κόσμημα. Ολοι όσοι προσέφεραν, προσέφεραν αφιερώματα χρυσού δια τον Κυριον.

Εξ. 35,23 καὶ παρ᾿ ᾧ εὑρέθη βύσσος καὶ δέρματα ὑακίνθινα καὶ δέρματα κριῶν ἠρυθροδανωμένα, ἤνεγκαν.
Εξ. 35,23 Αλλά και καθένας ο οποίος είχε λινόν ύφασμα, δέρματα χρώματος κυανού, δέρματα κριών βαμμένα με ερυθρόδανον, τα προσέφεραν.

Εξ. 35,24 καὶ πᾶς ὁ ἀφαιρῶν ἀφαίρεμα, ἤνεγκαν ἀργύριον καὶ χαλκόν, τὰ ἀφαιρέματα Κυρίῳ, καὶ παρ᾿ οἷς εὑρέθη ξύλα ἄσηπτα εἰς πάντα τὰ ἔργα τῆς παρασκευῆς ἤνεγκαν.
Εξ. 35,24 Καθένας, που ηδύνατο να δώση κάποιαν προσφοράν αργυρίου και χαλκού, έδωσεν αυτά ως αφιέρωμα στον Κυριον. Οσοι είχαν ξύλα άσηπτα τα προσέφεραν δια τα έργα της κατασκευής.

Εξ. 35,25 καὶ πᾶσα γυνὴ σοφὴ τῇ διανοίᾳ ταῖς χερσὶ νήθειν ἤνεγκαν νενησμένα, τὴν ὑάκινθον καὶ τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον καὶ τὴν βύσσον·
Εξ. 35,25 Καθε δε γυναίκα, συνετή και ικανή να γνέθη με τα χέρια, έφερε νήματα γνεσμένα και βαμμένα κυανά, βαθέως ερυθρά και κόκκινα, όπως επίσης και λινά λευκά.

Εξ. 35,26 καὶ πᾶσαι αἱ γυναῖκες, αἷς ἔδοξε τῇ διανοίᾳ αὐτῶν ἐν σοφίᾳ, ἔνησαν τὰς τρίχας τὰς αἰγείας.
Εξ. 35,26 Ολαι αι γυναίκες αι συνεταί και ικαναί έκλωσαν εις νήματα τας τρίχας των αιγών.

Εξ. 35,27 καὶ οἱ ἄρχοντες ἤνεγκαν τοὺς λίθους τῆς σμαράγδου καὶ τοὺς λίθους τῆς πληρώσεως εἰς τὴν ἐπωμίδα καὶ τὸ λογεῖον
Εξ. 35,27 Οι άρχοντες των Ισραηλιτών προσέφεραν πολυτίμους λίθους σμαράγδου και άλλους πολυτίμους λίθους δια τον απαρτισμόν της επωμίδος και του Λογείου,

Εξ. 35,28 καὶ τὰς συνθέσεις, καὶ εἰς τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ θυμιάματος.
Εξ. 35,28 και δια τας συνδέσεις αυτών. Προσέφεραν ακόμη τα υλικά δια την κατασκευήν του ιερού, έλαιον προς χρίσιν, και αρωματικάς ύλας δια την σύνθεσιν του θυμιάματος.

Εξ. 35,29 καὶ πᾶς ἀνὴρ καὶ γυνή, ὧν ἔφερεν ἡ διάνοια αὐτῶν εἰσελθόντας ποιεῖν πάντα τὰ ἔργα, ὅσα συνέταξε Κύριος ποιῆσαι αὐτὰ διά Μωυσῆ, ἤνεγκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀφαίρεμα Κυρίῳ.
Εξ. 35,29 Καθε ανήρ και κάθε γυνή από τους Ισραηλίτας, των οποίων η καρδία επόθει να εισφέρουν εις την πραγιματοποίησιν όλων των έργων, που ο Θεός δια του Μωϋσέως διέταξε, προσέφερε το αφιέρωμά του στον Κυριον.


Η κλήση του Βεσαλεήλ και του Ολιάβ, στ. 30-35

Εξ. 35,30 Καὶ εἶπε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ἰδοὺ ἀνακέκληκεν ὁ Θεὸς ἐξ ὀνόματος τὸν Βεσελεὴλ τὸν τοῦ Οὐρίου τὸν Ὤρ, ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα,
Εξ. 35,30 Είπεν ο Μωϋσής στους Ισραηλίτας· “ιδού, ο ίδιος ο Θεός εκάλεσεν ονομαστικώς τον Βεσελεήλ, υιόν του Ουρίου, έγγονον του Ωρ από την φυλήν του Ιούδα·

Εξ. 35,31 καὶ ἐνέπλησεν αὐτὸν πνεῦμα θεῖον σοφίας καὶ συνέσεως καὶ ἐπιστήμης πάντων
Εξ. 35,31 και εγέμισεν αυτόν με θείον Πνεύμα σοφίας και συνέσεως και αρτίας γνώσεως όλων των έργων,

Εξ. 35,32 ἀρχιτεκτονεῖν κατὰ πάντα τὰ ἔργα τῆς ἀρχιτεκτονίας, ποιεῖν τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὸν χαλκὸν
Εξ. 35,32 ώστε να είναι αυτός αρχιτέκτων εις όλα τα έργα της αρχιτεκτονικής, να έχη την ικανότητα κατεργασίας του χρυσού, του αργύρου και του χαλκού,

Εξ. 35,33 καὶ λιθουργῆσαι τὸν λίθον καὶ κατεργάζεσθαι τὰ ξύλα καὶ ποιεῖν ἐν παντὶ ἔργῳ σοφίας·
Εξ. 35,33 να πελεκά τον λίθον, να κατεργάζεται τα ξύλα και να κάμνη κάθε σοφόν έργον.

Εξ. 35,34 καὶ προβιβάσαι γε ἔδωκεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῷ τε καὶ τῷ Ἐλιὰβ τῷ τοῦ Ἀχισαμάχ, ἐκ φυλῆς Δάν.
Εξ. 35,34 Τον κατέστησεν ικανόν να διδάσκη και άλλους, όπως επίσης και τον βοηθόν αυτού τον Ελιάβ, τον υιόν του Αχισαμάχ από την φυλήν Δαν.

Εξ. 35,35 καὶ ἐνέπλησεν αὐτοὺς σοφίας, συνέσεως, διανοίας, πάντα συνιέναι ποιῆσαι τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου καὶ τὰ ὑφαντὰ καὶ ποικιλτὰ ὑφᾶναι τῷ κοκκίνῳ καὶ τῇ βύσσῳ, ποιεῖν πᾶν ἔργον ἀρχιτεκτονίας ποικιλίας.
Εξ. 35,35 Εγέμισεν αυτούς με σοφίαν και σύνεσιν και νουν φωτισμένον, δια να είναι εις θέσιν να κάμνουν όλα τα έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου, και τα υφαντά, ακόμη δε να υφαίνουν κεντητά υφάσματα με ερυθρά νήματα και με κλωστάς λινάς, και γενικώς να συνθέτουν κάθε έντεχνον έργον.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36ο

Η κλήση του Βεσαλεήλ και του Ολιάβ, στ. 1

Εξ. 36,1 Καὶ ἐποίησε Βεσελεήλ καὶ Ἐλιὰβ καὶ πᾶς σοφὸς τῇ διανοίᾳ,  ἐδόθη σοφία καὶ ἐπιστήμη ἐν αὐτοῖς συνιέναι ποιεῖν πάντα τὰ ἔργα κατὰ τὰ ἅγια καθήκοντα, κατὰ πάντα ὅσα συνέταξε Κύριος.
Εξ. 36,1 Ειργάσθη ο Βεσελεήλ, και ο Ελιάβ και κάθε Ισραηλίτης με εφευρετικήν διάνοιαν, στους οποίους ο Θεός έδωσε σοφίαν και επιστήμην, οστε να εμπνέωνται και να εκτελούν όλα τα έργα που εταίριαζαν εις τα άγια εκείνα ιδρύματα, να κάμνουν όλα όσα διέταξεν ο Κυριος.


Ο λαός φέρνει άφθονες προσφορές, στ. 2-7

Εξ. 36,2 καὶ ἐκάλεσε Μωυσῆς Βεσελεὴλ καὶ Ἐλιὰβ καὶ πάντας τοὺς ἔχοντας τὴν σοφίαν, ᾧ ἔδωκεν ὁ Θεὸς ἐπιστήμην ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ πάντας τοὺς ἑκουσίως βουλομένους προσπορεύεσθαι πρὸς τὰ ἔργα, ὥστε συντελεῖν αὐτά,
Εξ. 36,2 Ο Μωϋσής εκάλεσε τον Βεσελεήλ, τον Ελιάβ και καθένα που είχε ειδικήν ικανότητα, στον οποίον ο Θεός έδωσε σοφίαν δια τα έργα εκείνα, εκάλεσεν όλους όσοι εκουσίως προσεφέρθησαν να συνεργασθούν εις αποπεράτωσιν του έργου.

Εξ. 36,3 καὶ ἔλαβον παρὰ Μωυσῆ πάντα τὰ ἀφαιρέματα, ἃ ἤνεγκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς πάντα τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου ποιεῖν αὐτά, καὶ αὐτοὶ προσεδέχοντο ἔτι τὰ προσφερόμενα παρὰ τῶν φερόντων τὸ πρωΐ.
Εξ. 36,3 Ελαβον αυτοί από τον Μωϋσήν όλα τα αφιερώματα των υιών Ισραήλ, δια να κάμουν τα έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου. Εκάστην δε πρωΐαν εδέχοντο και νέα αφιερώματα από τους ανθρώπους, οι οποίοι τα προσέφεραν.

Εξ. 36,4 καὶ παρεγίνοντο πάντες οἱ σοφοὶ οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου, ἕκαστος κατὰ τὸ αὐτοῦ ἔργον, ὃ εἰργάζοντο αὐτοί,
Εξ. 36,4 Ολοι οι ικανοί εργάται, ο καθένας εις την ειδικότητα αυτού, προσήλθον δια το έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου,

Εξ. 36,5 καὶ εἶπαν πρὸς Μωυσῆν· ὅτι πλῆθος φέρει ὁ λαὸς κατὰ τὰ ἔργα, ὅσα συνέταξε Κύριος ποιῆσαι.
Εξ. 36,5 και είπαν προς τον Μωϋσήν, ότι ο λαός προσφέρει δια τα έργα, τα οποία διέταξεν ο Κυριος πολλά αφιερώματα, περισσότερα από όσα χρειάζονται.

Εξ. 36,6 καὶ προσέταξε Μωυσῆς καὶ ἐκήρυξεν ἐν τῇ παρεμβολῇ λέγων· ἀνὴρ καὶ γυνὴ μηκέτι ἐργαζέσθωσαν εἰς τὰς ἀπαρχὰς τοῦ ἁγίου· καὶ ἐκωλύθη ὁ λαὸς ἔτι προσφέρειν.
Εξ. 36,6 Τοτε ο Μωϋσής με κήρυκα διεκήρυξεν εις την κατασκήνωσιν λέγων· “οι άνδρες και αι γυναίκες, να σταματήσουν πλέον την προσφοράν αφιερωμάτων προς συγκρότησιν της Σκηνής του Μαρτυρίου”. Ετσι δε ημποδίσθη ο λαός και έπαυσε να προσφέρη άλλα αφιερώματα.

Εξ. 36,7 καὶ τὰ ἔργα ἦν αὐτοῖς ἱκανὰ εἰς τὴν κατασκευὴν ποιῆσαι, καὶ προσκατέλιπον.
Εξ. 36,7 Δια τα έργα, που έμελλαν να γίνουν, ήσαν αρκετά τα προσφερθέντα αφιερώματα, και μάλιστα επερίσσευσαν.


Η κατασκευή της σκηνής του Μαρτυρίου, στ. 8-40

Εξ. 36,8 Καὶ ἐποίησε πᾶς σοφὸς ἐν τοῖς ἐργαζομένοις (Κεφ. ΛΘ ,1—) τὰς στολὰς τῶν ἁγίων, αἵ εἰσιν Ἀαρὼν τῷ ἱερεῖ, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,8 Ο πλέον σοφός και ικανός καλλιτέχνης από τους εργάτας ανέλαβε και κατεσκεύασε τας ιερατικάς στολάς του αρχιερέως Ααρών, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Εξ. 36,9 καὶ ἐποίησε τὴν ἐπωμίδα ἐκ χρυσίου καὶ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης.
Εξ. 36,9 Κατεσκεύασε, δηλαδή, την επωμίδα από χρυσά νήματα, από ύφασμα χρώματος κυανού, βαθέως ερυθρού και κοκκίνου. Εχρησιμοποίησεν επίσης και ύφασμα από στριμμένον λινόν.

Εξ. 36,10 καὶ ἐτμήθη τὰ πέταλα τοῦ χρυσίου τρίχες, ὥστε συνυφᾶναι σὺν τῇ ὑακίνθῳ καὶ τῇ πορφύρᾳ καὶ σὺν τῷ κοκκίνῳ τῷ διανενησμένῳ καὶ τῇ βύσσῳ τῇ κεκλωσμένῃ, ἔργον ὑφαντὸν ἐποίησαν αὐτό·
Εξ. 36,10 Εκοψε δια την επωμίδα και ελέπτυνε φύλλα χρυσού εις τρίχας, ώστε να συνυφανθούν αυταί με το λινόν ύφασμα, χρώματος κυανού, βαθέως ερυθρού και κοκκίνου, κλωσμένου και στριμμένου· έργον υφαντόν ήτο αυτό που έκαμαν.

Εξ. 36,11 ἐπωμίδας συνεχούσας ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ἔργον ὑφαντὸν εἰς ἄλληλα συμπεπλεγμένον καθ᾿ ἑαυτὸ
Εξ. 36,11 Κατεσκεύασαν τας επωμίδας, δύο υφάσματα, ώστε να πίπτουν έμπροσθεν και όπισθεν των ώμων, συνδεδεμένα μεταζύ των με ταινίας.

Εξ. 36,12 ἐξ αὐτοῦ ἐποίησαν κατὰ τὴν αὐτοῦ ποίησιν ἐκ χρυσίου καὶ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου διανενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,12 Τα τεμάχια αυτά είχον κατασκευασθή εκ της αυτής ύλης, δηλαδή με χρυσά νήματα, με νήματα λινού κυανά, πορφυρά, κόκκινα με κλωστάς στριμμένας, όπως είχε διατάξει ο Κυριος.

Εξ. 36,13 καὶ ἐποίησαν ἀμφοτέρους τοὺς λίθους τῆς σμαράγδου συμπεπορπημένους καὶ περισεσιαλωμένους χρυσίῳ, γεγλυμμένους καὶ ἐκκεκολαμμένους ἐγκόλαμμα σφραγῖδος ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ·
Εξ. 36,13 Εκαμαν και τους δύο λίθους του σμαράγδου να κουμβώνουν με πόρπην επιχρυσωμένους, λείους, επί των οποίων είχον σκαλίσει κατά τρόπον ανάγλυφον, όπως εις σφραγίδα, τα ονόματα των υιών Ιακώβ.

Εξ. 36,14 καὶ ἐπέθηκεν αὐτοὺς ἐπὶ τοὺς ὤμους τῆς ἐπωμίδος, λίθους μνημοσύνου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,14 Ετοποθέτησεν αυτούς στους ωμούς της επωμίδος, δια να ενθυμήται ο Θεός τας φυλάς του Ισραήλ, όπως ο ίδιος είχε διατάξει στον Μωϋσήν.

Εξ. 36,15 Καὶ ἐποίησαν λογεῖον, ἔργον ὑφαντὸν ποικιλίᾳ κατὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπωμίδος ἐκ χρυσίου καὶ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου διανενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης·
Εξ. 36,15 Κατεσκεύασαν έπειτα το Λογείον, υφαντόν κεντητόν, επεξειργασμένον, όπως ήτο και η επωμίς, με χρυσά νήματα συνυφασμένα με λινά στριμμένα νήματα χρώματος κυανού και βαθέως ερυθρού και κοκκίνου.

Εξ. 36,16 τετράγωνον διπλοῦν ἐποίησαν τὸ λογεῖον, σπιθαμῆς τὸ μῆκος καὶ σπιθαμῆς τὸ εὖρος, διπλοῦν.
Εξ. 36,16 Διπλωνόμενον εις δύο το Λογείον είχε σχήμα τετράγωνον μιας σπιθαμής το μήκος και μιας σπιθαμής το πλάτος.

Εξ. 36,17 καὶ συνυφάνθη ἐν αὐτῷ ὕφασμα κατάλιθον τετράστιχον· στίχος λίθων, σάρδιον καὶ τοπάζιον καὶ σμάραγδος, ὁ στίχος ὁ εἷς·
Εξ. 36,17 Με αυτό συνυφάνθη και ύφασμα, γεμάτο από πολυτίμους λίθους εις τέσσαρας σειράς. Η πρώτη σειρά των πολυτίμων λίθων ήσαν· Σαρδιον, τοπάζιον και σμάραγδος.

Εξ. 36,18 καὶ ὁ στίχος ὁ δεύτερος, ἄνθραξ καὶ σάπφειρος καὶ ἴασπις·
Εξ. 36,18 Η δευτέρα σειρά ήτο· Ανθραξ πολύτιμος, σάπφειρος και ίασπις.

Εξ. 36,19 καὶ ὁ στίχος ὁ τρίτος λιγύριον καὶ ἀχάτης καὶ ἀμέθυστος·
Εξ. 36,19 Η τρίτη σειρά ήσαν λιγύριον, αχάτης και αμέθυστος.

Εξ. 36,20 καὶ ὁ στίχος ὁ τέταρτος χρυσόλιθος καὶ βηρύλλιον καὶ ὀνύχιον· περικεκυκλωμένα χρυσίῳ καὶ συνδεδεμένα χρυσίῳ.
Εξ. 36,20 Η τετάρτη σειρά ήτο· Χρυσόλιθος, βηρύλλιον και ονύχιον. Αυτά ήσαν περιχρυσωμένα και συνδεδεμένα μεταξύ των με χρυσά νήματα.

Εξ. 36,21 καὶ οἱ λίθοι ἦσαν ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ δώδεκα ἐκ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν, ἐγγεγλυμμένα εἰς σφραγῖδας, ἕκαστος ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ ὀνόματος, εἰς τὰς δώδεκα φυλάς.
Εξ. 36,21 Οι πολύτιμοι αυτοί λίθοι ήσαν δώδεκα κατά τον αριθμόν των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, χαραγμένοι ωσάν σφραγίδες, έκαστος από τους οποίους είχε σκαλισμένον ένα όνομα εκ των δώδεκα φυλών του Ισραήλ.

Εξ. 36,22 καὶ ἐποίησαν ἐπὶ τὸ λογεῖον κρωσσοὺς συμπεπλεγμένους, ἔργον ἐμπλοκίου ἐκ χρυσίου καθαροῦ·
Εξ. 36,22 Κατεσκεύασαν δια το Λογείον κρόσσια πλεγμένα μεταξύ των εν είδει πλεκτού σχοινίου από νήματα εκ καθαρού χρυσού.

Εξ. 36,23 καὶ ἐποίησαν δύο ἀσπιδίσκας χρυσᾶς καὶ δύο δακτυλίους χρυσοῦς
Εξ. 36,23 Κατεσκεύασαν δύο χρυσάς πόρπας, με μορφήν μιικράς ασπίδος και δύο χρυσούς δακτυλίους.

Εξ. 36,24 καὶ ἐπέθηκαν τοὺς δύο δακτυλίους τοὺς χρυσοῦς ἐπ᾿ ἀμφοτέρας τὰς ἀρχάς τοῦ λογείου·
Εξ. 36,24 Εθεσαν τους δύο χρυσούς δακτυλίους εις τας δύο άνω γωνίας του Λογείου,

Εξ. 36,25 καὶ ἐπέθηκαν τὰ ἐμπλόκια ἐκ χρυσίου ἐπὶ τοὺς δακτυλίους ἐπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν τοῦ λογείου καὶ εἰς τὰς δύο συμβολάς τὰ δύο ἐμπλόκια
Εξ. 36,25 επέρασαν τα χρυσά σχοινία στους δακτυλίους των δύο γωνιών του Λογείου και τα δύο άλλα άκρα των σχοινίων συνέδεσαν με δύο κρίκους,

Εξ. 36,26 καὶ ἐπέθηκαν ἐπὶ τὰς δύο ἀσπιδίσκας καὶ ἐπέθηκαν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῆς ἐπωμίδος ἐξεναντίας κατὰ πρόσωπον.
Εξ. 36,26 που έθεσαν εις τας δύο πόρπας, τας υπό μορφήν μικρών ασπίδων, τας ευρισκομένας στους ώμους της επωμίδος προς το πρόσθιον μέρος. Ετσι δε συνέδεσαν το Λογείον και την επωμίδα στο άνω μέρος.

Εξ. 36,27 καὶ ἐποίησαν δύο δακτυλίους χρυσοῦς καὶ ἐπέθηκαν ἐπὶ τὰ δύο πτερύγια ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ λογείου καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ὀπισθίου τῆς ἐπωμίδος ἔσωθεν.
Εξ. 36,27 Κατεσκεύασαν ακόμη δύο άλλους χρυσούς δακτυλίους, τους οποίους έθεσαν εις τα δύο άλλα, τα κάτω, άκρα του Λογείου, εις τα άκρα του οπισθίου μέρους της επωμίδος έσωθεν.

Εξ. 36,28 καὶ ἐποίησαν δύο δακτυλίους χρυσοῦς καὶ ἐπέθηκαν ἐπ᾿ ἀμφοτέρους τοὺς ὤμους τῆς ἐπωμίδος κάτωθεν αὐτοῦ κατὰ πρόσωπον κατὰ τὴν συμβολὴν ἄνωθεν τῆς συνυφῆς τῆς ἐπωμίδος.
Εξ. 36,28 Κατεακεύασαν επίσης δύο άλλους δακτυλίους χρυσούς, τους οποίους έθεσαν εις τα δύο τμήματα της επωμίδος αριστερά και δεξιά εμπρός στο κάτω μέρος εκεί, όπου γίνεται η σύνδεσις Λογείου και επωμίδος άνωθεν της ζώνης, με την οποίαν δένεται η επωμίς.

Εξ. 36,29 καὶ συνέσφιγξε τὸ λογεῖον ἀπὸ τῶν δακτυλίων τῶν ἐπ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς δακτυλίους τῆς ἐπωμίδος, συνεχομένους ἐκ τῆς ὑακίνθου, συμπεπλεγμένους εἰς τὸ ὕφασμα τῆς ἐπωμίδος, ἵνα μὴ χαλᾶται τὸ λογεῖον ἀπὸ τῆς ἐπωμίδος, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,29 Συνέσφιξε το Λογείον δια των δακτυλίων του με τους δακτυλίους της επωμίδος, συνδεομένους μεταξύ των με ταινίαν κυανήν και προσδεδεμένους στο ύφασμα της επωμίδος, δια να μη χαλαρώνεται και πίπτει από την επωμίδα το Λογείον, όπως είχε διατάξει τον Μωϋσήν ο Κυριος.

Εξ. 36,30 Καὶ ἐποίησαν τὸν ὑποδύτην ὑπὸ τὴν ἐπωμίδα, ἔργον ὑφαντόν, ὅλον ὑακίνθινον·
Εξ. 36,30 Κατεσκεύασαν τον υποδύτην υπό την επωμίδα έργον υφαντόν εξ ολοκλήρου κυανούν.

Εξ. 36,31 τὸ δὲ περιστόμιον τοῦ ὑποδύτου ἐν τῷ μέσῳ διϋφασμένον συμπλεκτόν, ὤαν ἔχον κύκλῳ τὸ περιστόμιον ἀδιάλυτον.
Εξ. 36,31 Το περιστόμιον του υποδύτου ήτο στο μέσον αυτού ιδιαιτέρως υφασμένον, πλεκτόν και έχον κύκλω του περιστομίου ούγιαν αντοχής, ώστε να μη σχίζεται.

Εξ. 36,32 καὶ ἐποίησαν ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κάτωθεν ὡς ἐξανθούσης ῥόας ῥοΐσκους, ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης
Εξ. 36,32 Εις το κάτω μέρος του υποδύτου εκέντησαν ανθισμένης ροϊδιάς ροϊδάκια από νήμα λινόν γνεσμένον, χρώματος κυανού, πορφυρού και κοκκίνου από νήματα λινά στριμμένα.

Εξ. 36,33 καὶ ἐποίησαν κώδωνας χρυσοῦς καὶ ἐπέθηκαν τοὺς κώδωνας ἐπὶ τὸ λῶμα τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ ἀνὰ μέσον τῶν ῥοΐσκων·
Εξ. 36,33 Κατεσκεύασαν μικρούς κώδωνας χρυσούς, τους οποίους έθεσαν κύκλω στο κάτω μέρος του υποδύτου ανάμεσα εις τα ομοιώματα των καρπών της ροδιάς.

Εξ. 36,34 κώδων χρυσοῦς καὶ ῥοΐσκος ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ εἰς τὸ λειτουργεῖν, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,34 Ετσι δε κύκλω στο κάτω μέρος του υποδύτου υπήρχεν ανά ένας χρυσούς κωδωνίσκος και ανά εν ομοίωμα καρπού ροδιάς, δια να λειτουργή ο αρχιερεύς, φέρων τα άμφια αυτά, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Εξ. 36,35 Καὶ ἐποίησαν χιτῶνας βυσσίνους, ἔργον ὑφαντόν, Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ
Εξ. 36,35 Κατεσκεύασαν επίσης δια τον Ααρών και τους υιούς του χιτώνας από λινόν ύφασμα υφαντούς.

Εξ. 36,36 καὶ τὰς κιδάρεις ἐκ βύσσου καὶ τὴν μίτραν ἐκ βύσσου καὶ τὰ περισκελῆ ἐκ βύσσου κεκλωσμένης
Εξ. 36,36 Και τας κιδάρεις και την μίτραν από λινόν εκλεκτόν ύφασμα, όπως επίσης και τας περισκελίδας των από λεπτόν και στριμμένον λινόν ύφασμα,

Εξ. 36,37 καὶ τὰς ζώνας αὐτῶν ἐκ βύσσου καὶ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου, ἔργον ποικιλτοῦ, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,37 και τας ζώνας αυτών από νήματα στριμμένα λινά χρώματος κυανού, πορφυρού και κοκκίνου, έργον ειδικού τεχνίτου διακοσμητού, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Εξ. 36,38 Καὶ ἐποίησαν τὸ πέταλον τὸ χρυσοῦν, ἀφόρισμα τοῦ ἁγίου, χρυσίου καθαροῦ·
Εξ. 36,38 Κατεσκεύασαν από καθαρόν χρυσίον το χρυσούν πέταλον, αφιερωμένον στον άγιον Θεόν.

Εξ. 36,39 καὶ ἔγραψεν ἐπ᾿ αὐτοῦ γράμματα ἐκτετυπωμένα σφραγῖδος Ἁγίασμα Κυρίῳ·
Εξ. 36,39 Εχάραξε δε επ' αυτού ειδικός τεχνίτης ανάγλυφα γράμματα εις μορφήν σφραγίδος τας λέξεις “Αγίασμα Κυρίω”.

Εξ. 36,40 καὶ ἐπέθηκαν ἐπὶ τὸ λῶμα ὑακίνθυνον, ὥστε ἐπικεῖσθαι ἐπὶ τὴν μίτραν ἄνωθεν, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 36,40 Εις το κάτω μέρος αυτού έθυσαν κυανήν ταινίαν, ώστε να προσδένεται στερεά στο άνω μέρος της μίτρας, όπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν.


ΚΕΦΑΛΑΙΑ 37-39, ( 30-09-2013 )

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37ο (Μασ.36, 8)

Η κατασκευή της κιβωτού, στ. 1-9

Εξ. 37,1 Καὶ ἐποίησαν τῇ σκηνῇ δέκα αὐλαίας,
Εξ. 37,1 Κατεσκεύασαν δια την Σκηνήν του Μαρτυρίου δέκα τεμάχια υφάσματος.

Εξ. 37,2 ὀκτὼ καὶ εἴκοσι πήχεων μῆκος τῆς αὐλαίας τῆς μιᾶς (τὸ αὐτὸ ἦν πάσαις) καὶ τεσσάρων πήχεων τὸ εὖρος τῆς αὐλαίας τῆς μιᾶς.
Εξ. 37,2 Το μήκος εκάστου από αυτά ήτο είκοσι οκτώ πήχεις και το πλάτος του τέσσαρες πήχεις, αυτάς τας διαστάσεις είχον όλα τα τεμάχια.

Εξ. 37,3 καὶ ἐποίησαν τὸ καταπέτασμα ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης, ἔργον ὑφάντου Χερουβίμ,
Εξ. 37,3 Κατεσκεύασαν το καταπέτασμα από λινόν γνεσμένον ύφασμα, χρώματος κυανού, πορφυρού και κοκκίνου, από λεπτόν λινόν στριμμένον ύφασμα. Επ' αυτού ειδικός τεχνίτης ύφανε Χερουβίμ.

Εξ. 37,4 καὶ ἐπέθηκαν αὐτὸ ἐπὶ τέσσαρας στύλους ἀσήπτους κατακεχρυσωμένους ἐν χρυσίῳ καὶ αἱ κεφαλίδες αὐτῶν χρυσαῖ, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν τέσσαρες ἀργυραῖ.
Εξ. 37,4 Το καταπέτασμα τούτο έθεσαν εις τέσσαρας από ξύλα άσηπτα στύλους, επιχρυσωμένους και των οποίων τα κιονόκρανα ήσαν χρυσά, αι δε τέσσαρες βάσεις των αργυραί.

Εξ. 37,5 καὶ ἐποίησαν τὸ καταπέτασμα τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης, ἔργον ὑφάντου Χερουβίμ,
Εξ. 37,5 Κατεσκεύασαν το καταπέτασμα της θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου από νήματα χρώματος κυανού, πορφυρού και κοκκίνου, από λινόν στριμμένον ύφασμα, και επ' αυτού ειδικός τεχνίτης ύφανε Χερουβίμ.

Εξ. 37,6 καὶ τοὺς στύλους αὐτοῦ πέντε καὶ τοὺς κρίκους· καὶ τὰς κεφαλίδας αὐτῶν καὶ τὰς ψαλίδας αὐτῶν κατεχρύσωσαν χρυσίῳ, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν πέντε χαλκαῖ. (Μασ. 38, 9)
Εξ. 37,6 Δια την ανάρτησιν αυτού κατεσκεύασαν πέντε στύλους και τους κρίκους. Τα κιονόκρανα και τας ράβδους αναρτήσεως επεχρύσωσαν. Τα πέντε βάθρα, επί των οποίων εστηρίζοντο οι στύλοι, ήσαν χαλκά.

Εξ. 37,7 Καὶ ἐποίησαν τὴν αὐλήν· τὰ πρὸς λίβα ἱστία τῆς αὐλῆς ἐκ βύσσου κεκλωσμένης ἑκατὸν ἐφ᾿ ἑκατόν,
Εξ. 37,7 Κατεσκεύασαν την αυλήν. Τα προς νότον παραπετάσματα της αυλής ήσαν κατασκευασμένα από λινόν στριμμένον ύφασμα δια μήκος χώρου εκατόν πήχεων. Ομοίας κατασκευής και ίσων διαστάσεων ήσαν και τα παραπετάσματα της βορείου πλευράς.

Εξ. 37,8 καὶ οἱ στῦλοι αὐτῶν εἴκοσι, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν εἴκοσι·
Εξ. 37,8 Οι στύλοι εκάστης πλευράς δια την ανάρτησιν των παραπετασμάτων ήσαν είκοσι, τα δε βάθρα των στύλων επίσης είκοσι.

Εξ. 37,9 καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς βοῤῥᾶν ἑκατὸν ἐφ᾿ ἑκατὸν καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς νότον ἑκατὸν ἐφ᾿ ἑκατόν, καὶ οἱ στῦλοι αὐτῶν εἴκοσι, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν εἴκοσι·
Εξ. 37,9 Η βορεία πλευρά της αυλής ήτο εκατόν πήχεων μήκους και η νοτία πλευρά αυτής εκατόν πήχεων μήκους. Οι στύλοι εκάστης πλευράς ήσαν είκοσι και τα βάθρα των στύλων είκοσι.


Η κατασκευή της τράπεζας, στ. 10-16

Εξ. 37,10 καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς θάλασσαν αὐλαῖαι πεντήκοντα πήχεων, στῦλοι αὐτῶν δέκα, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν δέκα·
Εξ. 37,10 Προς δυσμάς ήσαν παραπετάσματα μήκους πεντήκοντα πήχεων, οι στύλοι αυτών δέκα και αι βάσεις των στύλων δέκα.

Εξ. 37,11 καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς πεντήκοντα πήχεων, ἱστία
Εξ. 37,11 Η ανατολική πλευρά ήτο μήκους πεντήκοντα πήχεων. Τα παραπετάσματα αυτής,

Εξ. 37,12 πεντεκαίδεκα πήχεων τὸ κατὰ νώτου, καὶ οἱ στῦλοι αὐτῶν τρεῖς, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν τρεῖς,
Εξ. 37,12 προς το εν μέρος ήσαν μήκους δεκαπέντε πήχεων, οι στύλοι αυτών ήσαν τρεις και τα βάθρα των στύλων τρία.

Εξ. 37,13 καὶ ἐπὶ τοῦ νώτου τοῦ δευτέρου ἔνθεν καὶ ἔνθεν κατὰ τὴν πύλην τῆς αὐλῆς αὐλαῖαι πεντεκαίδεκα πήχεων, καὶ οἱ στῦλοι αὐτῶν τρεῖς καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν τρεῖς.
Εξ. 37,13 Το αυτό ήτο και δια το άλλο μέρος, ώστε εκατέρωθεν της πύλης της αυλής ήσαν παραπετάσματα μήκους δεκαπέντε πήχεων κρεμάμενα εις τρεις στύλους, οι οποίοι πάλιν εστηρίζοντο εις τρία βάθρα.

Εξ. 37,14 πᾶσαι αἱ αὐλαῖαι τῆς σκηνῆς ἐκ βύσου κεκλωσμένης,
Εξ. 37,14 Ολα τα παραπετάσματα της Σκηνής ήσαν από λινόν στριμμένον ύφασμα.

Εξ. 37,15 καὶ αἱ βάσεις τῶν στύλων αὐτῶν χαλκαῖ, καὶ αἱ ἀγκύλαι αὐτῶν ἀργυραῖ, καὶ αἱ κεφαλίδες αὐτῶν περιηργυρωμέναι ἀργυρίῳ, καὶ οἱ στῦλοι περιηργυρωμένοι ἀργυρίῳ, πάντες οἱ στῦλοι τῆς αὐλῆς.
Εξ. 37,15 Αι βάσεις των στύλων ήσαν χαλκαί και τα άγκιστρα αυτών αργυρά, τα κιονόκρανά των επηργυρωμένα, όπως επίσης επηργυρωμένοι ήσαν όλοι οι στύλοι της αυλής.

Εξ. 37,16 καὶ τὸ καταπέτασμα τῆς πύλης τῆς αὐλῆς ἔργον ποικιλτοῦ ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης, εἴκοσι πήχεων τὸ μῆκος, καὶ τὸ ὕψος καὶ τὸ εὖρος πέντε πήχεων ἐξισούμενον τοῖς ἱστίοις τῆς αὐλῆς·
Εξ. 37,16 Το παραπέτασμα της πύλης επί της ανατολικής πλευράς της αυλής ήτο έργον κεντητόν, από λινόν στριμμένον ύφασμα χρώματος κυανού, πορφυρού και κοκκίνου, μήκους είκοσι πήχεων. Το ύψος των στύλων, όπως και η μεταξύ των απόστασις, ήσαν πέντε πήχεις, όσον ήτο το ύψος των άλλων παραπετασμάτων της αυλής.


Η κατασκευή της λυχνίας, στ. 17-24

Εξ. 37,17 καὶ οἱ στῦλοι αὐτῶν τέσσαρες, καὶ αἱ βάσεις αὐτῶν τέσσαρες χαλκαῖ, καὶ αἱ ἀγκύλαι αὐτῶν ἀργυραῖ, καὶ αἱ κεφαλίδες αὐτῶν περιηργυρωμέναι ἀργυρίῳ·
Εξ. 37,17 Οι στύλοι της πύλης αυτής ήσαν τέσσαρες και τα βάθρα των τέσσαρα χαλκά, τα άγκιστρά των αργυρά, τα δε κιονόκρανά των επηργυρωμένα.

Εξ. 37,18 καὶ πάντες οἱ πάσσαλοι τῆς αὐλῆς κύκλῳ χαλκοῖ, καὶ αὐτοὶ περιηργυρωμένοι ἀργυρίῳ.
Εξ. 37,18 Ολοι οι πάσσαλοι γύρω από την αυλήν ήσαν χαλκοί ειτηργυρωμένοι.

Εξ. 37,19 Καὶ αὕτη ἡ σύνταξις τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καθὰ συνετάγη Μωυσῇ, τὴν λειτουργίαν εἶναι τῶν Λευιτῶν διὰ Ἰθάμαρ τοῦ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως.
Εξ. 37,19 Αυτή ήτο η σύνθεσις, η κατασκευή, της Σκηνής του Μαρτυρίου σύμφωνα με την διαταγήν του Θεού προς τον Μωϋσήν, δια να λειτουργούν εις αυτήν οι Λευίται εποπτευόμενοι από τον Θαμαρ, υιόν του Ααρών του αρχιερέως.

Εξ. 37,20 καὶ Βεσελεὴλ ὁ τοῦ Οὐρίου, ἐκ φυλῆς Ἰούδα, ἐποίησε καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ,
Εξ. 37,20 Ο Βεσελεήλ, ο υιός του Ουρίου, από την φυλήν Ιούδα, έκαμεν, όπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Εξ. 37,21 καὶ Ἐλιὰβ ὁ τοῦ Ἀχισαμάχ, ἐκ φυλῆς Δάν, ὃς ἠρχιτεκτόνησε τὰ ὑφαντὰ καὶ τὰ ῥαφιδευτὰ καὶ ποικιλτικὰ ὑφᾶναι τῷ κοκκίνῳ καὶ τῇ βύσσῳ.
Εξ. 37,21 Και ο Ελιάβ, ο υιός του Αχισαμάχ από την φυλήν του Δαν, ήτο εκείνος ο οποίος επρωτοστάτησε και επεστάτησεν εις τα υφαντά, τα ραπτά και τα κεντητά υφάσματα, χρώματος κοκκίνου και από νήματα λινού.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38ο (Μασ. 37,1)

Εξ. 38,1 Καὶ ἐποίησε Βεσελεὴλ τὴν κιβωτόν.
Εξ. 38,1 Ο Βεσελεήλ κατεσκεύασεν ακόμη και την Κιβωτόν του Μαρτυρίου.

Εξ. 38,2 καὶ κατεχρύσωσεν αὐτὴν χρυσίῳ καθαρῷ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν.
Εξ. 38,2 Την επεχρύσωσεν εσωτερικώς και εξωτερικώς με καθαρόν χρυσόν.

Εξ. 38,3 καὶ ἐχώνευσεν αὐτῇ τέσσαρας δακτυλίους χρυσοῦς, δύο ἐπὶ τὸ κλίτος τὸ ἓν καὶ δύο ἐπὶ τὸ κλίτος τὸ δεύτερον,
Εξ. 38,3 Κατεσκεύασεν στο χυτήριον και ετοποθέτησεν εις αυτήν τέσσαρας χρυσούς δακτυλίους, δύο εις την μίαν πλευράν και δύο εις την άλλην,

Εξ. 38,4 εὐρεῖς τοῖς διωστῆρσιν ὥστε αἴρειν αὐτὴν ἐν αὐτοῖς.
Εξ. 38,4 ευρείς, ώστε να εισέρχωνται ευκόλως οι αναφορείς δια την άρσιν και μεταφοράν αυτής.

Εξ. 38,5 καὶ ἐποίησε τὸ ἱλαστήριον ἐπάνωθεν τῆς κιβωτοῦ ἐκ χρυσίου καθαροῦ
Εξ. 38,5 Επάνω εις την Κιβωτόν κατεσκεύασε το ιλαστήριον από καθαρόν χρυσόν,

Εξ. 38,6 καὶ τοὺς δύο Χερουβὶμ χρυσοῦς,
Εξ. 38,6 και τα δύο χρυσά Χερουβίμ.

Εξ. 38,7 Χεροὺβ ἕνα ἐπί τὸ ἄκρον τοῦ ἱλαστηρίου τὸ ἓν καὶ Χεροὺβ ἕνα ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ἱλαστηρίου τὸ δεύτερον,
Εξ. 38,7 Ενα Χερουβίμ στο ένα άκρον του ιλαστηρίου και άλλο Χερουβίμ στο άλλο άκρον,

Εξ. 38,8 σκιάζοντα ταῖς πτέρυξιν αὐτῶν ἐπὶ τὸ ἱλαστήριον.
Εξ. 38,8 τα οποία με τας πτέρυγας αυτών σκιάζουν το ιλαστήριον.

Εξ. 38,9 Καὶ ἐποίησε τὴν τράπεζαν τὴν προκειμένην ἐκ χρυσίου καθαροῦ·
Εξ. 38,9 Κατεσκεύασε την τράπεζαν της Προθέσεως από καθαρόν χρυσόν.

Εξ. 38,10 καὶ ἐχώνευσεν αὐτῇ τέσσαρας δακτυλίους, δύο ἐπὶ τοῦ κλίτους τοῦ ἑνὸς καὶ δύο ἐπὶ τοῦ κλίτους τοῦ δευτέρου, εὐρεῖς ὥστε αἴρειν τοῖς διωστῆρσιν ἐν αὐτοῖς.
Εξ. 38,10 Εις το χυτήριον κατασκεύασε τέσσαρες δακτυλίους και προσήρμοσε δύο επί της μιας πλευράς και δύο επί της άλλης, ευρείς, ώστε να διέρχωνται εντός αυτών οι αναφορείς δια την άρσιν και μεταφορών αυτής.

Εξ. 38,11 καὶ τοὺς διωστῆρας τῆς κιβωτοῦ καὶ τῆς τραπέζης ἐποίησε καὶ κατεχρύσωσεν αὐτοὺς χρυσίῳ.
Εξ. 38,11 Κατεσκεύασε τους αναφορείς της Κιβωτού και τους αναφορείς της Τραπέζης, τους οποίους και επεχρύσωσε.

Εξ. 38,12 καὶ ἐποίησε τὰ σκεύη τῆς τραπέζης, τά τε τρυβλία καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τοὺς κυάθους καὶ τὰ σπονδεῖα, ἐν οἷς σπείσει ἐν αὐτοῖς, χρυσᾶ.
Εξ. 38,12 Κατεσκεύασε τα σκεύη της Τραπέζης, τα πινάκια, τας λιβανοθήκας, τα ποτήρια και τα άλλα ποτήρια δια τας σπονδάς του οίνου, που θα προσέφεραν οι ιερείς, όλα χρυσά.

Εξ. 38,13 Καὶ ἐποίησε τὴν λυχνίαν, ἣ φωτίζει, χρυσῆν,
Εξ. 38,13 Κατεσκεύασε την επτάφωτον λυχνίαν, η οποία φωτίζει, χρυσήν, στερεάν·

Εξ. 38,14 στερεὰν τὸν καυλόν, καὶ τοὺς καλαμίσκους ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν αὐτῆς·
Εξ. 38,14 έκαμε τον κεντρικόν στύλον και τους πλαγίους βραχίονας εκατέρωθεν του κεντρικού στύλου.

Εξ. 38,15 ἐκ τῶν καλαμίσκων αὐτῆς οἱ βλαστοὶ ἐξέχοντες, τρεῖς ἐκ τούτου, καὶ τρεῖς ἐκ τούτου, ἐξισούμενοι ἀλλήλοις·
Εξ. 38,15 Οι βραχίονες ανήρχοντο ως βλαστοί πλαγίως και άνω, τρεις από το ένα μέρος και τρεις από το άλλο, καταλήγοντες στο αυτό ύψος μεταξύ των.

Εξ. 38,16 καὶ τὰ λαμπάδια αὐτῶν, ἅ ἐστιν ἐπὶ τῶν ἄκρων, καρυωτὰ ἐξ αὐτῶν· καὶ τὰ ἐνθέμια ἐξ αὐτῶν, ἵνα ὦσιν οἱ λύχνοι ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ τὸ ἐνθέμιον τὸ ἕβδομον, τὸ ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ λαμπαδίου, ἐπὶ τῆς κορυφῆς ἄνωθεν, στερεὸν ὅλον χρυσοῦν·
Εξ. 38,16 Εις τα άνω άκρα αυτών υπήρχον ανοικτά εις σχήμα καρύου τα λαμπάδια. Εις τα λαμπάδια αυτά υπήρχον υποδοχαί, εντός των οποίων ετίθεντο οι λύχνοι του ελαίου. Η εβδόμη υποδοχή ευρίσκετο στο άκρον του λαμπαδίου άνω εις την κορυφήν. Η λυχνία αυτή είναι στερεά και εξ ολοκλήρου χρυσή.

Εξ. 38,17 καὶ ἑπτὰ λύχνους ἐπ᾿ αὐτῆς χρυσοῦς καὶ τὰς λαβίδας αὐτῆς χρυσᾶς καὶ τὰς ἐπαρυστρίδας αὐτῶν χρυσᾶς. (Μασ. ΛΣΤ 34-36)
Εξ. 38,17 Επάνω εις αυτήν την λυχνίαν υπήρχον επτά λύχνοι χρυσοί, όπως επίσης χρυσαί ήσαν οι λαβίδες και χρυσοί οι ελαιοχύται (τα λαδικά).

Εξ. 38,18 Οὗτος περιηργύρωσε τοὺς στύλους καὶ ἐχώνευσε τῷ στύλῳ δακτυλίους χρυσοῦς καὶ ἐχρύσωσε τοὺς μοχλοὺς χρυσίῳ καὶ κατεχρύσωσε τοὺς στύλους τοῦ καταπετάσματος χρυσίῳ καὶ ἐποίησε τὰς ἀγκύλας χρυσᾶς.
Εξ. 38,18 Ο Βεσελεήλ ούτος επηργύρωσε τους στύλους της Σκηνής και δι' έκαστον στύλον έκαμε χυτούς και προσήρμοσε χρυσούς δακτυλίους. Επεχρύσωσε τους μοχλούς, επεχρύσωσε τους στύλους του παραπετάσματος και κατεσκεύασε χρυσά τα άγκιστρα.

Εξ. 38,19 οὗτος ἐποίησε καὶ τοὺς κρίκους τῆς σκηνῆς χρυσοῦς καὶ τοὺς κρίκους τῆς αὐλῆς καὶ κρίκους εἰς τὸ ἐκτείνειν τὸ κατακάλυμμα ἄνωθεν χαλκοῦς.
Εξ. 38,19 Αυτός επίσης κατεσκεύασε χρυσούς τους κρίκους της Σκηνής και χαλκούς τους κρίκους της αυλής και τους κρίκους, δια των οποίων απλώνεται το επάνω σκέπασμα της Σκηνής.

Εξ. 38,20 οὗτος ἐχώνευσε τὰς κεφαλίδας τὰς ἀργυρᾶς τῆς σκηνῆς καὶ τὰς κεφαλίδας τὰς χαλκᾶς τῆς θύρας τῆς σκηνῆς καὶ τὴν πύλην τῆς αὐλῆς καὶ ἀγκύλας ἐποίησε τοῖς στύλοις ἀργυρᾶς ἐπὶ τῶν στύλων· οὗτος περιηργύρωσεν αὐτάς. (Μασ. ΛΗ 20)
Εξ. 38,20 Αυτός κατεσκεύασεν εις χυτήριον τα αργυρά κιονόκρανα των στύλων της Σκηνής και τα χαλκά κιονόκρανα των στύλων της θύρας της Σκηνής, της θύρας της αυλής και τα αργυρά άγκιστρα επί των στύλων. Αυτός τα επαργύρωσε.

Εξ. 38,21 οὗτος ἐποίησε τοὺς πασσάλους τῆς σκηνῆς καὶ τοὺς πασσάλους τῆς αὐλῆς χαλκοῦς.
Εξ. 38,21 Αυτός κατεσκεύασε τους πασσάλους της Σκηνής και τους πασσάλους της αυλής χαλκούς.

Εξ. 38,22 οὗτος ἐποίησε τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν ἐκ τῶν πυρείων τῶν χαλκῶν, ἃ ἦσαν τοῖς ἀνδράσι τοῖς καταστασιάσασι μετὰ τῆς Κορὲ συναγωγῆς.
Εξ. 38,22 Αυτός έκαμε το χαλκούν θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, από τα χαλκά πυροδοχεία, τα οποία ανήκον στους άνδρας, τους επαναστατήσαντας κατά του Μωϋσέως μαζή με την ομάδα του Κορέ.

Εξ. 38,23 οὗτος ἐποίησε πάντα τὰ σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ τὴν βάσιν καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς κρεάγρας τὰς χαλκᾶς.
Εξ. 38,23 Αυτός κατεσκεύασεν όλα τα σκεύη του θυσιαστηρίου, το πυροδοχείον, το βάθρον, τας φιάλας και τας χαλκάς λαβίδας του κρέατος.

Εξ. 38,24 οὗτος ἐποίησε θυσιαστηρίῳ παράθεμα, ἔργον δικτυωτὸν κάτωθεν τοῦ πυρείου ὑπὸ αὐτὸ ἕως τοῦ ἡμίσους αὐτοῦ, καὶ ἐπέθηκεν αὐτῷ τέσσαρας δακτυλίους ἐκ τῶν τεσσάρων μερῶν τοῦ παραθέματος τοῦ θυσιαστηρίου χαλκοῦς, εὐρεῖς τοῖς μοχλοῖς ὥστε αἴρεν ἐν αὐτοῖς τὸ θυσιαστήριον. (Μασ. ΛΖ 29)
Εξ. 38,24 Αυτός κατασκεύασε περικάλυμμα δια τας πλευράς του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, έργον δικτυωτόν κάτω από την εστίαν του πυρός. Αυτό έφθανε έως το ήμισυ ύψος του θυσιαστηρίου. Εις τας τέσσαρας γωνίας του δικτυωτού αυτού περικαλύμματος έθεσε τέσσαρας χαλκούς δακτυλίους, ευρείς, ώστε ευκόλως να εισέρχονται οι μοχλοί δια την άρσιν και μεταφοράν του θυσιαστηρίου.

Εξ. 38,25 οὗτος ἐποίησε τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως τὸ ἅγιον καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ θυμιάματος, καθαρὸν ἔργον μυρεψοῦ. (Μασ. ΛΗ 8)
Εξ. 38,25 Αυτός κατεσκεύασε το άγιον έλαιον της χρίσεως, όπως επίσης και το σύνθετον από ευώδεις ύλας θυμίαμα, αγνόν και σπουδαίον έργον αρωματοποιού.

Εξ. 38,26 οὗτος ἐποίησε τὸν λουτῆρα τὸν χαλκοῦν καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ χαλκῆν ἐκ τῶν κατόπτρων τῶν νηστευσασῶν, αἳ ἐνήστευσαν παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἔπηξεν αὐτήν· (Μασ. Μ 30-31)
Εξ. 38,26 Ο ίδιος κατεσκεύασε τον χαλκούν λουτήρα και την χαλκήν του βάσιν από τα χάλκινα κάτοπτρα των γυναικών, αι οποίαι μάλιστα ενήστευσαν πλησίον εις τας θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου, κατά την ημέραν κατά την οποίαν εστήνετο η Σκηνή.

Εξ. 38,27 καὶ ἐποίησε τὸν λουτῆρα, ἵνα νίπτωνται ἐξ αὐτοῦ Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ τοὺς πόδας· εἰσπορευομένων αὐτῶν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου ἢ ὅταν προσπορεύωνται πρὸς τὸ θυσιαστήριον λειτουργεῖν, ἐνίπτοντο ἐξ αὐτοῦ, καθάπερ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Εξ. 38,27 Κατεσκεύασε τον λουτήρα, δια να νίπτουν από το ύδωρ αυτού τας χείρας και τους πόδας των ο Μωϋσής, ο Ααρών και οι υιοί του. Αυτοί, όταν εισήρχοντο εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου όταν πρασήρχοντο να προσφέρουν θυσίας στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, ενίπτοντο από το ύδωρ του λουτήρος, όπως είχε διατάξει ο Θεός στον Μωϋσήν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39ο (Μασ. 38,24)

Εξ. 39,1 Πᾶν τὸ χρυσίον,  κατειργάσθη εἰς τὰ ἔργα κατὰ πᾶσαν τὴν ἐργασίαν τῶν ἁγίων, ἐγένετο χρυσίου τοῦ τῆς ἀπαρχῆς, ἐννέα καὶ εἴκοσι τάλαντα καὶ ἑπτακόσιοι εἴκοσι σίκλοι κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον·
Εξ. 39,1 Ολος ο χρυσός, ο οποίος εχρησιμοποιήθη δια την κατασκευήν όλων των ιερών σκευών προήρχετο από την αυθόρμητον προσφοράν του λαού. Εφθασε δε τα είκοσι εννέα τάλαντα και επτακοσίους είκοσι σίκλους, από αυτούς που κυκλοφορούν εις την ιεράν Σκηνήν.

Εξ. 39,2 καὶ ἀργυρίου ἀφαίρεμα παρὰ τῶν ἐπεσκεμμένων ἀνδρῶν τῆς συναγωγῆς ἑκατὸν τάλαντα καὶ χίλιοι ἑπτακόσιοι ἑβδομήκοντα πέντε σίκλοι, δραχμὴ μία τῇ κεφαλῇ τὸ ἥμισυ τοῦ σίκλου, κατὰ τὸν σίκλον τὸν ἅγιον,
Εξ. 39,2 Τα αφιερώματα του αργύρου από τους αριθμηθέντας άνδρας, κατά την απογραφήν, εκ του όλου πλήθους των Ισραηλιτών ανήλθον εις εκατόν τάλαντα και χιλίους επτακοσίους εβδομήκοντα πέντε σίκλους. Καθένας προσέφερε μίαν δραχμήν, η οποία ήτο το ήμισυ του σίκλου και ο οποίος σίκλος αυτός μόνος εγίνετο δεκτός εις την Σκηνήν.

Εξ. 39,3 πᾶς ὁ παραπορευόμενος τὴν ἐπίσκεψιν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω εἰς τὰς ἑξήκοντα μυριάδας καὶ τρισχίλιοι πεντακόσιοι καὶ πεντήκοντα.
Εξ. 39,3 Ητο δε το ποσόν του αργύρου τόσον, διότι όλοι οι Ισραηλίται οι αριθμηθέντες κατά την απογραφήν από εικοσαετούς και άνω ανήλθον εις εξακοσίας τρεις χιλιάδες πεντακοσίους πενήντα.

Εξ. 39,4 καὶ ἐγενήθη τὰ ἑκατὸν τάλαντα τοῦ ἀργυρίου εἰς τὴν χώνευσιν τῶν ἑκατὸν κεφαλίδων τῆς σκηνῆς καὶ εἰς τὰς κεφαλίδας τοῦ καταπετάσματος,
Εξ. 39,4 Τα εκατόν τάλαντα του προσφερθέντος αργύρου εχρησιμοποίησαν δια την χώνευσιν και χύσιν των εκατόν κιονοκράνων της Σκηνής και των εκατόν κιονοκράνων του παραπετάσματος.

Εξ. 39,5 ἑκατὸν κεφαλίδες εἰς τὰ ἑκατὸν τάλαντα, τάλαντον τῇ κεφαλίδι.
Εξ. 39,5 Εκατόν ήσαν τα κιονόκρανα, εκατόν ήσαν και τα διατεθέντα τάλαντα, ένα τάλαντον δια κάθε κιονόκρανον.

Εξ. 39,6 καὶ τοὺς χιλίους ἑπτακοσίους ἑβδομήκοντα πέντε σίκλους ἐποίησεν εἰς τὰς ἀγκύλας τοῖς στύλοις, καὶ κατεχρύσωσε τὰς κεφαλίδας αὐτῶν καὶ κατεκόσμησεν αὐτούς.
Εξ. 39,6 Τους δε χιλίους επτακοσίους εβδομήκοντα πέντε σίκλους εχρησιμοποίησε δια τα άγκιστρα (κρίκους). Αυτών δε των στύλων τα κιονόκρανα τα επεχρύσωσε, τους δε στύλους διακόσμησε.

Εξ. 39,7 καὶ ὁ χαλκὸς τοῦ ἀφαιρέματος ἑβδομήκοντα τάλαντα καὶ χίλιοι πεντακόσιοι σίκλοι.
Εξ. 39,7 Τα αφιερώματα του χαλκού έφθασαν τα εβδομήκοντα τάλαντα και τους χιλίους πεντακοσίους σίκλους.

Εξ. 39,8 καὶ ἐποίησαν ἐξ αὐτοῦ τὰς βάσεις τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
Εξ. 39,8 Από τον χαλκόν αυτόν κατεσκεύασαν τας βάσεις της θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου,

Εξ. 39,9 καὶ τὰς βάσεις τῆς αὐλῆς κύκλῳ καὶ τὰς βάσεις τῆς πύλης τῆς αὐλῆς καὶ τοὺς πασσάλους τῆς σκηνῆς καὶ τοὺς πασσάλους τῆς αὐλῆς κύκλῳ
Εξ. 39,9 τας κύκλω από την αυλήν βάσεις, τας βάσεις της πύλης της αυλής, τους πασσάλους της Σκηνής και τους πασσάλους κύκλω της αυλής.

Εξ. 39,10 καὶ τὸ παράθεμα τὸ χαλκοῦν τοῦ θυσιαστηρίου καὶ πάντα τὰ σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου καὶ πάντα τὰ ἐργαλεῖα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. (Μασ. ΛΘ 32)
Εξ. 39,10 Κατεσκεύασαν ακόμη και το δικτυωτόν περικάλυμμα των πλευρών του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, όλα τα σκεύη του θυσιαστηρίου και όλα τα εργαλεία της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Εξ. 39,11 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν.
Εξ. 39,11 Ολα δε αυτά τα κατεσκεύασαν οι Ισραηλίται, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Μωϋσήν.

Εξ. 39,12 Τὸ δὲ λοιπὸν χρυσίον τοῦ ἀφαιρέματος ἐποίησαν σκεύη εἰς τὸ λειτουργεῖν ἐν αὐτοῖς ἔναντι Κυρίου.
Εξ. 39,12 Με το υπόλοιπον χρυσίον των αφιερωμάτων κατεσκεύασαν ιερά σκεύη, δια να λειτουργούν με αυτά οι ιερείς ενώπιον του Κυρίου.

Εξ. 39,13 καὶ τὴν καταλειφθεῖσαν ὑάκινθον καὶ πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον ἐποίησαν στολὰς λειτουργικὰς Ἀαρών, ὥστε λειτουργεῖν ἐν αὐταῖς ἐν τῷ ἁγίῳ.
Εξ. 39,13 Από το υπόλοιπον ύφασμα το κυανούν, το πορφυρούν και το κόκκινον κατεσκεύασαν ιερατικάς στολάς δια τον Ααρών, ώστε φορών αυτάς να λειτουργή εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.

Εξ. 39,14 Καὶ ἤνεγκαν τὰς στολὰς πρὸς Μωυσῆν καὶ τὴν σκηνὴν καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὰς βάσεις καὶ τοὺς μοχλοὺς αὐτῆς καὶ τοὺς στύλους
Εξ. 39,14 Εφεραν στον Μωϋσήν τας ιερατικάς στολάς, την Σκηνήν του Μαρτυρίου, τα σκεύη αυτής, τα βάθρα, τους μοχλούς και τους στύλους της·

Εξ. 39,15 καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης καὶ τοὺς διωστῆρας αὐτῆς καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτοῦ
Εξ. 39,15 έφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης, τους αναφορείς αυτής, το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και τα σκεύη αυτού·

Εξ. 39,16 καὶ τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως καὶ τὸ θυμίαμα τῆς συνθέσεως καὶ τὴν λυχνίαν τὴν καθαρὰν
Εξ. 39,16 το ιερόν έλαιον της χρίσεως, το παρασκευασθέν θυμίαμα, την από καθαρόν χρυσόν λυχνίαν,

Εξ. 39,17 καὶ τοὺς λύχνους αὐτῆς, λύχνους τῆς καύσεως, καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ φωτὸς
Εξ. 39,17 τους λύχνους αυτής, τους λύχνους φωτισμού, το έλαιον το προοριζόμενον δια το φως·

Εξ. 39,18 καὶ τὴν τράπεζαν τῆς προθέσεως καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς, καὶ τοὺς ἄρτους τοὺς προκειμένους,
Εξ. 39,18 την τράπεζαν της προθέσεως, όλα τα σκεύη αυτής και τους αποτεθειμένους εις αυτήν άρτους

Εξ. 39,19 καὶ τὰς στολὰς τοῦ ἁγίου, αἵ εἰσιν Ἀαρών, καὶ τὰς στολὰς τῶν υἱῶν αὐτοῦ εἰς τὴν ἱερατείαν
Εξ. 39,19 τας ιερατικάς στολάς δια την ιερουργίαν στον ιερόν τόπον, αι οποίαι είναι δια τον Ααρών και τας στολάς των υιών του, τας προς ιερατικήν χρήσιν.

Εξ. 39,20 καὶ τὰ ἱστία τῆς αὐλῆς καὶ τοὺς στύλους καὶ τὸ καταπέτασμα τῆς θύρας τῆς σκηνῆς καί τῆς πύλης τῆς αὐλῆς,
Εξ. 39,20 Εφεραν ακόμη τα παραπετάσματα της αυλής και τους στύλους, το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής και της πύλης της αυλής,

Εξ. 39,21 καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς σκηνῆς καὶ πάντα τὰ ἐργαλεῖα αυτῆς, καὶ τὰς διφθέρας δέρματα κριῶν ἠρυθροδανωμένα καὶ τὰ καλύμματα ὑακίνθινα καὶ τῶν λοιπῶν τὰ ἐπικαλύμματα καὶ τοὺς πασσάλους καὶ πάντα τὰ ἐργαλεῖα τὰ εἰς τὰ ἔργα τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου·
Εξ. 39,21 όλα τα σκεύη της Σκηνής και όλα τα εργαλεία αυτής, τα κατεργασμένα δέρματα των κριών, τα βαμμένα με ερυθρόδανον, τα κυανά καλύμματα και όλα τα άλλα επικαλύμματα, τους πασσάλους και όλα τα εργαλεία τα προοριζόμενα δια τα έργα της Σκηνής του Μαρτυρίου·

Εξ. 39,22 ὅσα συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πάσαν τὴν ἀποσκευήν.
Εξ. 39,22 όσα διέταξεν ο Κυριος στον Μωϋσήν, έτσι κατεσκεύασαν οι Ισραηλίται όλα τα ιερά αυτά σκεύη.

Εξ. 39,23 καὶ εἶδε Μωυσῆς πάντα τὰ ἔργα, καὶ ἦσαν πεποιηκότες αὐτὰ ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν αὐτά· καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Μωυσῆς.
Εξ. 39,23 Ο Μωϋσής είδεν όλα αυτά τα έργα, και ότι αυτά είχον κατασκευασθή όπως ο Κυριος διέταξεν αυτόν. Κατ' αυτόν τον τρόπον τα κατεσκεύασαν οι Ισραηλίται. Και ο Μωϋσής ευλόγησεν αυτούς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου